Να το και το τρίτο! Και πώς να μην περιμένεις την τρίτη συνέχεια του εξαιρετικά επιτυχημένου «Toy Story» και «Toy Story 2», όταν εκτός από εκατοντάδες εκατομμύρια δολλάρια σε εισπράξεις ανά τον κόσμο, το εγχείρημα έχει να επιδείξει υποψηφιότητες για Όσκαρ και Χρυσές Σφαίρες καθώς και την Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ταινίας το 2000.
Το θαύμα που λέγεται Pixar συνεχίζει να παράγει μικρά (και μεγάλα) διαμάντια, αναγκάζοντας το box office να συμπλέει με τους κριτικούς. Το «Toy Story 3» δεν είναι μια τυχαία ταινία για την Pixar, καθώς το αγαπημένο για πολλούς, πρώτο μέρος ήταν το 1995, η πρώτη ταινία του πιο, ομολογουμένως δίκαια, αποδεκτού στούντιο από κοινό και κριτικούς, αυτή τη στιγμή.
Ο Γούντι (Τομ Χανκς) και η παρέα του μάταια περιμένουν κλεισμένοι μέσα σε μία σκοτεινή θήκη παιχνιδιών, τον Άντι να έρθει και να παίξει μαζί τους. Ο Άντι (Τζον Μόρις) έχει μεγαλώσει πια και ετοιμάζεται για το κολέγιο και στο κολέγιο τα αγόρια δεν παίζουν πια με τα παιδικά τους παιχνίδια. Συνεπώς υπάρχουν οι εξής επιλογές για τα πάλαι ποτέ αγαπημένα του παιχνίδια: ή θα πεταχτούν στον κάδο των απορριμάτων, ή θα τα φάει το σκοτάδι και η σκόνη της σοφίτας, ή θα ο Άντυ θα τα δωρήσει στον παιδικό σταθμό. Η τελευταία επιλογή, μπορεί να ακούγεται η καλύτερη απ’ όλες, μιας και θα έλεγε κανείς πως τα δεκάδες παιδιά που φιλοξενούνται εκεί θα έκαναν την ανάγκη για παιχνίδι, των στερημένων φίλων μας πραγματικότητα. Με τον ένα ή τον άλλον τρόπο θα καταλήξουν στον παιδικό σταθμό, όπου θα μπουν σε απρόσμενες περιπέτειες.
Το «Toy Story 3» δεν είναι μια ταινία μόνο για παιδιά, είναι μια συναρπαστική οικογενειακή ταινία για μικρούς και μεγάλους, που θα σου θυμήσει πώς ένοιωσες όταν κάποτε έμπαινες σε εκείνες τις μεταβατικές περιόδους της ζωής σου. Όταν έφτασες σε εκείνο το μεταίχμιο που έπρεπε να πάρεις αποφάσεις και να αποδεχτείς ότι κάτι αλλάζει από εδώ και πέρα, να το αγκαλιάσεις και να το αποδεχτείς.
Ο Ρόμπερτ Ντάουνι Τζ., (Τόνι Σταρκ), ξαναβάζει, για δεύτερη φορά την σιδερένια στολή του «Iron Man», ενός από τους πιο γνωστούς ήρωες της αμερικανικής εκδοτικής εταιρίας Marvel Comics (Spider-Man, X-Men, The Fantastic Four), ο οποίος έκανε το ντεμπούτο του το 1963. Και πώς να μην υπάρξει συνέχεια, όταν η εξαιρετικά επιτυχημένη εισπρακτικά πρώτη ταινία, το 2008, απέφερε σε Paramount και Marvel, περί τα 572 εκ. δολάρια και δύο υποψηφιότητες στα Όσκαρ;
Αλαζόνας, αναιδής, πολύ καλύτερα εξοικειωμένος με τη στολή του και με τις δυνατότητές της, ο «έχω-ένα-σκασμό-λεφτά-στη-διάθεσή-μου», «είμαι ωραίος και μοιραίος», αλλά «μην με αντιπαθήσετε, έχω αδύναμη καρδιά» και «σώζω και τον κόσμο» κύριος Σταρκ, περνά αρχικά μια φάση παρακμής, αλλά μπροστά στη ρωσική απειλή που ακούει στο όνομα Ιβάν Βάνκο (Μίκι Ρουρκ) και με λίγη βοήθεια από τον επίσης «σιδερένιο» φίλο του, Ρόντι (Ντον Τσίντλ), ή αλλιώς War Machine, ανταπεξέρχεται στις καταστάσεις και υπερνικά τους κινδύνους, εξ αλλοδαπής και εγχώριους, όπως ο Τζάστιν Χάμερ (Σαμ Ρόκγουελ), (ο Χάμερ του κόμικ είναι Βρετανός).
Οι γυναίκες της ταινίας, που ολοκληρώνουν ένα εντυπωσιακό σε δυναμική και ικανότητες καστ, είναι η αιώνια ερωτευμένη με το αφεντικό της Πέπερ Ποτς (Γκουίνεθ Πάλτροου), τώρα και C.E.O. των επιχειρήσεων Σταρκ και η Νατάσα Ρομανόφ (Σκάρλετ Γιοχάνσον), μυστική κατάσκοπος του οργανισμού κατασκοπίας-επιβολής του νόμου S.H.I.E.L.D., που υποδύεται τη νέα βοηθό του Σταρκ, ή αλλιώς Black Widow.
Ο Ρόμπερτ Ντάουνι Τζ., φέρνει μια από εκείνες τις καλές ερμηνείες, που αβίαστα διαθέτει, σε ένα κινηματογραφικό είδος, που κανείς δεν το απαιτεί κιόλας, ο Μίκι Ρουρκ επιστρέφει στην ενεργό δράση για τα καλά και ο πάντα καλός Σαμ Ρόκγουελ, δίνει έναν νεαρό Χάμερ που περισσότερο μοιάζει με αδέξιο πρωτάρη, παρά με τον σούπερ κακό, κάτοχο και γνώστη προηγμένης τεχνολογίας του κόμικ.
Οι φανς του Τόνι Σταρκ θα έχουν την ευκαιρία να τον απολαύσουν στην μεγάλη οθόνη για τρίτη φορά, το 2012.
Σκηνοθεσία: Akira Kurosawa Παραγωγής: Japan / 1950 Διάρκεια: 88'
Ο Akira Kurosawa, στην πλέον κλασσική ταινία, έχει βαλθεί να αποδείξει τις επιβεβαιωμένες πλέον σχέσεις κινηματογράφου και μυθιστοριογραφίας. Η κινηματογραφική αφήγηση ρέει αβίαστα, σε ρυθμούς διηγήματος, καθώς ο φακός μετουσιώνει αριστοτεχνικά τον λόγο σε εικόνα.
Μεταφερόμαστε κάπου στο Μεσαίωνα για να διελευκάνουμε μια δυσνόητη αλλά όχι και τόσο ασυνήθιστη ιστορία. Ένας περήφανος και ξακουστός ληστής μαγεύεται απ' τα κάλλη μιας όμορφης νεαράς, η οποία όντας αναβάτης σε λευκό άλογο συνοδεύεται απ' τον άντρα της. Ο ληστής επιθυμεί να την αποπλανήσει και σκαρφίζεται μια τρομακτική κομπίνα για να επιτύχει το σκοπό του. Τα de facto γεγονότα αντιστοιχούν σε μια ερωτική πράξη και στον θάνατο του συζύγου. Κάπου εκεί, ο σπουδαίος Ιάπωνας σκηνοθέτης στήνει με παμπόνηρο τρόπο ένα άτυπο δικαστήριο. Όπου φυλάει για τον θεατή μια προνομιούχα θέση στα "εισαγγελικά" έδρανα. Καθώς είναι ο θεατής εκείνος (προσέξτε την θέση της κάμερας) που παρακολουθεί με flash back τις μαρτυρίες των τριών εμπλεκόμενων προσώπων, όπως και αυτή ενός αυτόπτη μάρτυρα.
Οι τέσσερις διαφορετικές μαρτυρίες, παρά το γεγονός ότι περιστρέφονται γύρω απ' τα ίδια αντικειμενικά γεγονότα, παρουσιάζουν τέσσερις εντελώς διαφορετικές εκδοχές στην ιστορία. Με αυτή του αυτόπτη μάρτυρα να μοιάζει περισσότερο αποστασιοποιημένη. Το πλάσιμο της ιστορίας είναι, όπως διαφαίνεται, ενα προνόμιο που χρησιμοποιεί ο καθένας για την εξυπηρέτηση των σκοπών του. Καθώς και στις τέσσερις μαρτυρίες το ψέμα επεισέρχεται είτε για να αποκρύψει τις εφιαλτικές μνήμες, είτε για να τονώσει-προασπιστεί την τιμή και την ανδρεία του ομιλούντος.
Ο Akira Kurosawa ορθώνει το ανέφικτο, αλλά και το ανούσιο, της κατάκτησης του ακριβούς ενος χρονικού γεγονότων. Τα συμβάντα μπορεί να είναι αδιαμφισβήτητα και αντικειμενικά ως προς τις επιγραφές τους, όμως η συναρμολόγηση τους εξαρτάται από το υποκειμενικό βλέμμα του εκάστοτε "παρατηρητή". Τα διάφορα υποκειμενικά βλέμματα συνθέτουν μια σχετική αλήθεια και περισσότερο υποκρύπτουν παρά αποκαλύπτουν την πραγματικότητα. Ωστόσο αυτή η "περίπου" πραγματικότητα είναι σημαντικότερη από κάθε φαινομενική αλήθεια. Είναι το όχημα που μας επιτρέπει μια πλήρη εποπτεία στους οπτικούς μηχανισμούς του εκάστοτε σχετικού βλέμματος. Απεκδύοντας την ουσιαστικότερη αλήθεια: το βύθισμα στην απύθμενη ιδιοσυγκρασιακή χώρα των προσωπικών ενοχών, των μνημών και των κινήτρων που μορφώνουν την υποκειμενική πραγματικότητα.
Ο Kurosawa δεν αφήνει ανεκμετάλλευτη ούτε την ετυμηγορική προσέγγιση του τίτλου. Rashomon = πύλες της κολάσεως. Και όλο το σκηνικό της ταινίας είναι τοποθετημένο σε ένα σύμπαν ανθρώπινης ανηθικότητας και φρικαλεότητας. Με χαρακτηριστικό παράδειγμα, τον ρόλο ενος ιερέα που καλείται να προσωποποιήσει την ηθική. Μια ηθική εκτοπισμένη απ' τον πυρήνα του ατόμου, η οποία αυτοπεριορίζεται σε μια επικίνδυνη εσωστρέφεια, όντας τρομοκρατημένη από τα φαντάσματα της πραγματικότητας. Η εκπληκτική λιτή μουσική σε συνδυασμό με την απέριττη μα και καθηλωτική σκηνοθεσία, συντονίζουν για τα καλά τον θεατή στην ατμόσφαιρα. Ενώ τέλος, για μια ακόμη φορά, είναι εμφανή τα ερμηνευτικά δάνεια από την θεατρική Τέχνη, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση αυτή ενος διαρκούς εκκωφαντικού γέλιου που αντηχεί ακριβολογώντας στις συχνότητες της ανθρώπινης κενότητας.
Βαθμολογία: 9,5/10
My path has no more fires, thanks for your flies. It's time, to say Goodnight, and Good Luck...
Φρέσκοι DIY σούπερ ήρωες, αναφορές στην κόμικ κουλτούρα για τους λάτρεις του είδους, γέλιο μέχρι δακρύων, ένα εφηβικό love story λουσμένο τεστοστερόνη και το δωδεκάχρονο Hit Girl που μοιάζει να 'χει βγει από ταινία του Ταραντίνο, συνθέτουν το «Kick-Ass», μια ταινία ακαταμάχητης αληθινής διασκέδασης. Προσοχή, δεν είναι παρωδία… Ο Μάθιου Βον λατρεύει τα κόμικς και κάνει μια από τις καλύτερες μεταφορές comic book που έχεις δει στη μεγάλη οθόνη. Αν δεν την έχεις δει ακόμη… τρέξε να προλάβεις!
Το μοναδικό αληθινό love story εδώ, είναι αυτό μεταξύ Μάρκ Μίλαρ ("Wanted") και κόμικς. Ο Σκωτσέζος κομικογράφος, που είχε ήδη κυκλοφορήσει τα τρία πρώτα τεύχη του "Kick-Ass" πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα της ταινίας (το σύνολο οκτώ), γράφει την ιστορία ενος τυπικού κατά τα άλλα έφηβου μαθητή, του Ντέιβ Λιζέφσκι (Άαρον Τζόνσον), που ξεκινά να γίνει σούπερ ήρωας χωρίς να διαθέτει καμία υπερδύναμη, μετά από την εύλογη προσωπική απορία του: «γιατί κανείς ποτέ δεν έχει προσπαθήσει να γίνει σούπερ ήρωας;»
Η πορεία αυτή θα είναι εξαντλητική, επώδυνη, ξεκαρδιστική καθώς και επικίνδυνη, αφού ο Kick-Ass θα πολεμήσει το έγκλημα, οργανωμένο και μη, με συμμάχους, τι άλλο…; Άλλους σούπερ ήρωες που δεν πετάνε, δεν μεταμορφώνονται, δεν γίνονται αόρατοι και δεν διαβάζουν τη σκέψη.
Είναι ήρωες ακραίοι, μακριά από το mainstream και τους κώδικες των σούπερ ηρώων που έχεις συνηθίσει, οι οποίοι όμως βρίσκουν κι αυτοί των χώρο τους στο μωσαϊκό της ποπ κουλτούρας, κι όλο αυτό μέσα από τη σύγχρονη κινηματογράφηση της τρίτης ταινίας του Μάθιου Βον («Αστερόσκονη») και της πολύ τολμηρής και συχνά πυκνά χωρίς ντροπή ματιάς του.
Το δίδυμο Big Daddy (Νίκολας Κέιτζ) και Hit Girl (Κλόι Γκρέις Μόρετζ) είναι ο πιο σοβαρός λόγος του ψυχαναγκασμού που δημιουργεί το "Kick-Ass": δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από την οθόνη.
Σκηνοθεσία: Noah Baumbach Παραγωγής: USA / 2010 Διάρκεια: 107'
Μόλις έχει εξαχθεί από ψυχιατρείο. Είναι απροσάρμοστα νευρωτικός. Γοητευτικά και γνήσια διαφορετικός. Απηυδισμένος απ' το παρόν, συνεπακόλουθα τύπος νοσταλγικός. Έχοντας ζήσει στη Νέα Υόρκη, στο ταχύρρυθμο Λος Άντζελες μοιάζει σαν ψάρι έξω απ' το νερό. Ως αντίδραση, κοσμοϊδεολογικά, μένει συνειδητά άπραγος. Για σας που αρέσκεστε στις ταμπέλες, με λίγα λόγια: είναι ο λάθος άνθρωπος. Και όμως ο σκηνοθέτης Noah Baumbach (σεναριογράφος των "Fantastic Mr. Fox", "The Life Aquatic with Steve Zissou" μεταξύ άλλων) με χαμηλόφωνο ύφος, πάντα βιτριολικό, καταφέρνει να αντιστρέψει πολλάκις την παραπάνω πρόταση σε: λάθος κόσμος.
Τον παραπάνω ρόλο φέρει εις πέρας ο αναπάντεχα καλός Ben Stiller. Κόντρα στη "συνήθη" εικόνα του, επωμίζεται εναν άκρως δραματικό ρόλο και, χωρίς εκβιασμούς, δίνει πραγματική ζωή και βάθος στον ήρωα του. Περιορίζει τις έντονες συσπάσεις του προσώπου και πείθει από την πρώτη στιγμή ως "πειραγμένος" και αδειασμένος απ' τον χαλασμένο απρόσωπο κόσμο της νέας χιλιετίας. Τον κόσμο της υλικής ευμάρειας και του ανελέητου τρεχαλητού. Δίπλα του στέκεται επάξια η Greta Gerwig στο ρόλο μιας άτσαλης, μα γλυκιάς συνάμα, κοπέλας με την οποία έχει κάτι σαν σχέση. Όλα αυτά ο Noah Baumbach τα τοποθετεί σε μια μελαγχολικά ανάλαφρη ατμόσφαιρα. Η οποία ενισχύεται απ' τη μουσική επένδυση, με την κυριαρχία κομματιών των 80ς.
Επί της ουσίας, αυτό που κάνει το "Greenberg" μια άξια προβληματισμού ταινία, είναι η ενσυνείδητη στάση του ήρωα να μένει άπραγος μέσα σ' έναν κόσμο που κινείται με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Πρόκειται για πράξη επαναστατική! Δηλώνοντας στη σύγχρονη οργάνωση της χρονοφθόρας καθημερινότητας την ύπαρξη πολυάριθμων δραστηριοτήτων, τις οποίες θεωρητικά ακολουθούμε εθελούσια, αντιπερισπώντας τον εαυτό μας από τα επιούσια. Καθώς απ' τους ισχυρότερους τρόμους του σύγχρονου νευρικού ανθρώπου είναι η κενή στιγμή: στιγμή της σιωπής, της υπαρξιακής πάλης. Έτσι, η δράση και η άσκοπη περιφορά μεταξύ ανούσιων χρόνων επιτυγχάνει την αντιπερισπαστική απώθησή μας απ' το φιλοσοφικό τραπέζι. Αν βιαστείτε να απωθήσετε τον κύριο "Greenberg" μη τολμήσετε να διερωτηθείτε γιατί...
Σκηνοθεσία: Nicholas Ray-Wim Wenders Παραγωγής: Sweden / West Germany / 1980 Διάρκεια: 91'
Ο Wim Wenders καταφτάνει στη Νέα Υόρκη για να γυρίσουν από κοινού την ταινία του Nicholas Ray: ενας ετοιμοθάνατος ζωγράφος αποφασίζει να κλέψει τους πίνακες που 'χει πουλήσει για να επανακτήσει την χαμένη ταυτότητά του. Ωστόσο ο Ray, καρκινοπαθής στο τελευταίο στάδιο, είναι (παρά τις σθεναρές αντιστάσεις του) ανήμπορος για τη διαδικασία του γυρίσματος. Ο Wenders επαναπροσδιορίζει. Και με όχημα τις τελευταίες μέρες του Nicholas Ray (και με την ακαταμάχητη ζεστασιά του film και τον σκληρό κόκκο), θα ποιήσει ενα συνθλιπτικό ντοκιμαντέρ πάνω στην αστραπιαία σύγκρουση ανθρώπου και θανάτου. Ή μήπως δε πρόκειται για σύγκρουση;
Ο θάνατος εδώ δεν είναι μεταφυσικός. Ούτε υπάρχει ο παραλυτικός φόβος για το άγνωστο που μας βραχυκυκλώνει. Ο θάνατος είναι φυσικός. Γαλάζιος. Σαν ένα καράβι που φεύγει. Η χρεωστική υποχρέωση της ζωής. Αλλά πώς να μιλάμε για υποχρέωση. Θάνατος και ζωή συμπράττουν άρρηκτα. Ο Nicholas Ray, ιδανικό πορτραίτο ενος τέτοιου άκαμπτου μελλοθάνατου, παραμορφωμένος από τη φθορά της ύλης, μα εντός του ακέραιος, συνεχίζει ατόφια το "έργο" του. Έτσι ο θάνατος χρυσαυγίζει μέσα από τη ζωή. Και το αντίθετο. Η βιντεοσκόπηση, δίχως ίχνος εκβιαστικού μελοδραματισμού, γνήσια αποθανατίζει τα γινόμενα. Έστω και με την απόσταση του σκηνοθέτη που καλείται να γίνει ηθοποιός. Και όλο αυτό χρωματίζεται από το υπεράνθρωπο σθένος των δύο: να συλλάβουν το θάνατο ως δημιουργική πράξη.
Η ύλη χρωστάει ένα θάνατο. Ή πολλούς θανάτους για κάθε στιγμή που πεθαίνει. Όμως το πνεύμα; Η απέραντη ανθρωπότητα, με σημαιοφόρα την αιωνόβια και αειθαλή Τέχνη διδάσκει: τίποτα δεν πεθαίνει. Η αθανασία δεν είναι ιδιότητα της ιστορικής καταγραφής. Άλλωστε συνήθως η ιστορικότητα απλά συντηρεί τον "ασθενή" στο νεκροκρέβατό του. Η αθανασία έγκειται στα ίχνη που μένουν. Τα ίχνη ως υποδήματα στα πέλματα της σκέψης μας. Των βαθύτερων αισθήσεων μας. Ό,τι υπήρξε, υπάρχει. Εντός μας. Νεογέννητο και πλουσιότερο. Και αυτή η αστραπή πάνω απ' το νερό που σβήνει, δεν αναφέρεται στο επιθανάτιο τέντωμα ή και στο βροντερό ξέσπασμα του αποχαιρετισμού. Καθόλου. Είναι ο ηλεκτρισμός που μένει...
Σκηνοθεσία: Dean DeBlois - Chris Sanders Παραγωγής: USA / 2010 Διάρκεια: 98'
Αν οι Βίκινγκς έχουν καρφιτσωθεί στο μυαλό σας ως τρομεροί και φοβεροί πειρατές, οφείλετε να αναθεωρήσετε για λίγο. Όσο διαρκεί η ταινία. Εδώ οι Βίκινγκς επιδίδονται στο να σκοτώνουν δράκους και στο να εκπαιδεύουν τις νεότερες γενιές στον πανομοιότυπο αφανισμό των πυρφόρων πτερόσαυρων. Υπάρχει όμως ενα παιδί, ο Ψάρης, που λόγω υπέρμετρης ευαισθησίας, ή και δειλίας αν θες, αρνείται να ακολουθήσει αυτό το βάρβαρο σύστημα εκπαίδευσης. Οι συγκυρίες τον φέρνουν πλάι σε ενα σπάνιο είδος δράκου. Σταδιακά θα αναπτύξει ενα στενό δέσιμο μαζί του, βασισμένο στη φροντίδα, το ενδιαφέρον και την αγάπη. Και μέσα από αυτή την καθημερινή βιωματική σχέση θα αντλήσει μια πλούσια και εναλλακτική γνώση για τα πτερόσαυρα πλάσματα, η οποία έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με όσα διδάσκουν οι φοβισμένοι μαθουσάλες της φυλής του.
Το "How to Train Your Dragon" είναι μια ταινία που δεν τη βαριέσαι. Το κάθε άλλο. Παρ' οτι αδίαφορο και συμβατικό κινηματογραφικά, προσφέρει άπλετο έδαφος για προβληματισμό στο ενήλικο κοινό. Ενώ όσο αφορά τους ανήλικους φίλους μας, για τους οποίους κυρίως προορίζεται, η οπτική πολυχρωμία και τα συμβατικά γραφικά σε συνδυασμό με την γοργοπόδαρη και περιπετειώδη πλοκή, θα το κάνει ανάρπαστο στα παιδικά βλέμματα. Ας μην παραλείψουμε να αναφέρουμε και την αθωότητα που διατρέχει τη γραφή του.
Τί κάνει όμως το "How to Train Your Dragon" αξιοπρόσεκτο για τους υπόλοιπους; Μα φυσικά το οτι στρίβει το μαχαίρι, έστω και με χλιαρό ύφος, στη βαθιά πληγή του άτεγκτου, σαθρού και ριζικά αντι-παιδευτικού συστήματος της εκπαίδευσης. Εκπαίδευση: ενα σύστημα αυστηρής παραγωγής πανομοιότυπων κλώνων. Όπως οι Βίκινγκς της ταινίας: έχουν απολέσει κάθε τι προσωπικό και έχουν ενωθεί, ταυτισθεί, εξομοιωθεί στην πανομοιότυπη καταπολέμηση των δράκων, έτσι ακριβώς όπως έχουν διαμορφωθεί μέσα από τη συγκεκριμένη εκπαίδευση της παιδικής ηλικίας. Αφού δυστυχώς, η διαδικασία της μάθησης είναι αυστηρά ντετερμινισμένη, ενέχοντας μάλιστα τη χροιά ενος καθολικού και απαράβατου νόμου. Οι έννοιες δάσκαλος, διδασκόμενος, γνωστικό αντικείμενο μοιάζουν ρητά καθορισμένες και με πελώρια τείχη να τις χωρίζουν, ώστε να παραμένουν μονίμως ανέγγιχτες. Έτσι, το γνωστικό αντικείμενο παραμένει διαρκώς μια άθιχτη μούμια που υπαλληλικά ξεσκονίζουν οι δάσκαλοι. Απ' την άλλη, οι μαθητές δεν έρχονται ποτέ σε επαφή με το γνωστικό αντικείμενο, δεν το παρακολουθούν ποτέ μέσα από τα πρίσματα της υποκειμενικής τους νόησης, αλλά μέσα από τα εκπαιδευτικά μικροσκόπια που τους έχουν χορηγηθεί. Ούτως ώστε να υπάρχει απόσταση. Και εν τέλει, δεν καλούνται να εξεταστούν για την αρτιότητα του προσωπικού τους βλέμματος, αλλά για το βαθμό αλλοτρίωσης και προσαρμογής στην εξαντλητικά ξένη και κενή θέα των δογματικών μικροσκοπίων. Δηλαδή, στο κατά πόσο διαμορφώθηκαν κατ' εικόνα αυτού του σαθρού συστήματος παραγωγής κλώνων. Να η εκπαίδευση!
Έναντι λοιπόν αυτής της προαναφερθείσας χυδαιότητας, μέσω του πρωταγωνιστή, οι δημιουργοί αντιπροτείνουν ενα άλλο, ιδανικό, σύστημα εκπαίδευσης. Προς μια πιο ελεύθερη και αγνή εκπαίδευση, σαν αυτή που διδάσκει ο Ψάρης, ο δρόμος της ανακάλυψης-μάθησης της εκάστοτε γνώσης είναι βαθιά βιωματικός και οδυνηρά τραυματικός. Η μόρφωση, και ετοιμολογικά να το πάρεις, συνιστάται στην εσωτερική και εξωτερική ανάπλασή μας. Η αναμόρφωσή μας, που προκύπτει από την βιωματική προσάρτηση νέων τόπων-γνώσεων, είναι μια διαδικασία επίπονη καθώς ουσιαστικά η ύπαρξή μας σχίζεται για να δεχτεί-ενσωματώσει το νέο. Ούτως ώστε να επιτευχθεί η ευκταία πνευματική διεύρυνσή μας. Γιατι εδώ, σε αυτή την ιδανική διαδικασία εκπαίδευσης, η σχέση γνωστικού αντικειμένου-διδασκόμενου δεν είναι μια υπαλληλική σχέση (αυτο)αποξένωσης, αλλά μια βαθιά και διαρκώς επαναπροσδιορίσιμη σχέση ενωτικής αλληλόδρασης. Εξού και τα παντελώς διαφορετικά πορίσματα που προκύπτουν μέσα από τις αλλότριες διαδικασίες εκπαίδευσης στο σύμπαν της ταινίας.
Ας ελπίσουμε μόνο, πως το φινάλε της ρητά κατακτημένης μάθησης δεν υποδηλώνει την απαρχή της εγκαθίδρυσης μιας νέας δυναστείας και ενός άλλου άθιχτου καθεστώτος εκπαίδευσης, απόλυτα βασισμένο στην επιβεβαιωμένη "νέα γνώση".
Σκηνοθεσία: Roman Polanski Παραγωγής: France / Germany / UK / 2010 Διάρκεια: 128'
Ο Roman Polanski είχε να γράψει και να σκηνοθετήσει σενάριό του 11 χρόνια. Στο "Ghost Writer" θα πιάσει και την πένα, εκτός άλλων, και μαζί με το συγγραφέα του βιβλίου "The Ghost" Robert Harris, θα κεντήσουν το σενάριο της ταινίας. Από το "Ninth Gate" είχε να συγγράψει ο Polanski. Και όμως συμβαίνει το εξής οξύμωρο: Οι ταινίες του μεσοδιαστήματος, που δεν του ανήκουν σεναριακά -συγκεκριμένα το "The Pianist"και το υποδυέστερο Oliver Twist- μοιάζουν οι περισσότερο αυτοβιογραφικές του δημιουργού. Καθώς, όπως γράφτηκε, υπερτονίζουν (σε μάλλον mainstream κουστούμια) την οδύσσεια ενος περιπλανώμενου. Και οι ρίζες του φυσικού προσώπου Polanski, αλλά και τα παρακλάδια, έχουν τόσες ομοιότητες σε αυτές τις ιστορίες περιπλάνησης. Και όμως ο δημιουργός στράφηκε σε ιστορίες άλλων για την αυτοπεριγραφή του, επαληθεύοντας ότι η Τέχνη δύναται να μιλήσει βαθύτερα για εμάς, παρά εμείς για τον εαυτό που παραποιούμε στο φέγγισμα του εγωμορφικού καθρέφτη. Όπως και να 'χει, το "Ghost Writer" είναι κάτι νέο, καμωμένο με τον παλιό τρόπο, που επαναφέρει τον Roman σε πολύ υψηλό επίπεδο. Και αυτό όχι γιατί στερείται αυτοαναφορικότητας, κάθε άλλο, αλλά γιατί ξεχειλίζει σκηνοθετικής δεινότητας.
Αφανής συγγραφέας, o ανώνυμος στην ταινία Ewan McGregor, πληρώνεται αδρά από εκδοτικό οίκο για να οργανώσει-τελειώσει την αυτοβιογραφία του τέως πρωθυπουργού της Αγγλίας, του Adam Lang. Μεταβαίνει στο απομονωμένο νησί-φρούριο όπου ζει η πρωθυπουργική οικογένεια. Εκεί θα συναντήσει τον Adam Lang (Pierce Brosnan), την εύθραυστη σύζυγο (Olivia Williams) και την εργατική γραμματέα (Kim Cattrall). Κατά τη διάρκεια της διαμονής του αφανούς συγγραφέα ξεσπάει ενα σκάνδαλο, στο οποίο ο Adam Lang κατηγορείται για unfair χειρισμούς της τρομοκρατίας, δίνοντας υπόπτους στα βασανιστήρια της CIA. Το εθνικό, και όχι μόνο, μένος προς το πρόσωπό του τέως πρωθυπουργού κορυφώνεται. Ενώ την ίδια στιγμή, ο Ewan McGregor επιθυμεί να ξεδιαλύνει το ομιχλώδες τοπίο γύρω απ' τον "υγρό" θάνατο του προκατόχου του στη θέση του αφανούς συγγραφέα.
Μετά την πρώτη θέαση της ταινίας, λόγω των προφανών παρομοιώσεων, όλοι έσπευσαν να ταυτίσουν τον Adam Lang του Polanski με τον Tony Blair. Ασφαλώς και ο Adam Lang αποτελεί έδαφος πρόσφορο για πολιτική κριτική προς το δίδυμο Blair-Bush, όμως ο Polanski κάνει μια πολύ ευρύτερη ταινία που αδικείται αν την περιορίσουμε σε μια συγκεκριμένη και εξωφανή πραγματικότητα. Κάλλιστα για παράδειγμα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο αποδιοπομπαίος Adam Lang συγγενεύει και με τον ίδιο το σκηνοθέτη. Το "Ghost Writer" όμως είναι μια ευρύτερη πολιτικά και καλλιτεχνικά ταινία.
Ο Roman Polanski επανέρχεται ως μετρ της κινηματογραφικής αφήγησης, ποιώντας μια μεγάλη ταινία, έστω και αν δεν είναι το recreation της "Chinatown" που τόσο θα ήθελε. Απογειώνει τους κώδικες του σασπένς, ενώ δε διστάζει να ανοίξει ευθέως διάλογο με την αυθεντία του είδους, τον Hitchcock. Συγκεκριμένα, το film αποκτάει τεράστια δραματουργική ένταση, η οποία σε καθηλώνει απ' τη στιγμή που η αφήγηση περνάει σε εξωτερικούς χώρους. Εκεί αξιοποιεί και την φυσική τοποθεσία του Γερμανικού νησιού Sylt, το οποίο φωτογραφείται σχεδόν απάνω σε μονόχρωμο γκρι καμβά, χάρις την εξαιρετική φωτογραφία του Pawel Edelman που διαμορφώνει μια retro αισθητική. Ενώ τέλος, η μουσική σύνθεση του Alexandre Desplat πλάθει τα κύματα που βρέχουν τη θέασή μας. Ωστόσο, είναι κρίμα που η επαναφορμαρισμένη σκηνοθετική μεγαλοφυΐα του δημιουργού δε συναντάει ανάλογες ερμηνείες. Ο Ewan McGregor είναι μάλλον ανώδυνος στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ ο Pierce Brosnan μοιάζει πλέον αποδεδειγμένα περιορισμένων δυνατοτήτων. Μόνο οι γυναικείες ερμηνείες στέκονται στο ύψος τους.
Και αν αναζητούμε κάτι περισσότερο στο εννοιολογικό κομμάτι: ο Roman Polanski, που αποφεύγει μια απλουστευμένη και στρυφνά δαιμονοποιημένη πολιτική ταινία, μας λέει oτι η επιτυχία των συστημάτων, σε oποιοδήποτε χώρο (πολιτικό, κοινωνικό, celebrities, οικογενειακό κλπ), είναι οτι μεταφορτώνουν εξ ολοκλήρου τη συλλογική λασπουριά που παράγει ενα γιγάντιο σύμπλεγμα-σύστημα σε έναν μεμονωμένο αντιπρόσωπό τους. Κατευθύνοντας, ταΐζοντας και ελέγχοντας έτσι το μένος της κοινής γνώμης, η οποία αρέσκεται στην προσωπολατρία και κυρίως στον ατομικό λιθοβολισμό. Με αυτό τον τρόπο, τα εκάστοτε συστήματα εξασφαλίζουν άπλετο χώρο για τον εαυτό τους, ώστε να συνεχίζουν αδιόρατα, απερίσπαστα και ανεμπόδιστα τις οπορτουνιστικές τους πρακτικές βουρκοποιείας.
Αυτά... Α! Και αν πέρα από director's, production's κλπ υπήρχε και reviewer's cut, θα σας συνιστούσα να κόψετε τα 3-4 τελευταία λεπτά της ταινίας. Καθ' οτι και αχρείαστα προς την πλοκή είναι και σεναριακά ανυποστήρικτα και ούτε λειτουργούν προσθετικά. Μάλλον μειωτικά..
Ο Γουίλιαμ Τζέιμς (Τζέρεμι Ρένερ), δεν είναι ο τυπικός ήρωας δράσης της πολεμικής ταινίας που το Χόλυγουντ σερβίρει χρόνια τώρα. Είναι ένας παράτολμος πυροτεχνουργός του αμερικανικού στρατού στο Ιράκ, που λειτουργεί με τον δικό του ιδιαίτερο ριψοκίνδυνο τρόπο, ο οποίος συνοδεύεται από ακατέργαστο καουμπόικο στιλ αλλά και τη γνωστή αγορίστικη ευαισθησία στα πολύ βαθιά στρώματα της ψυχοσύνθεσής του, όπου αυτοί οι φαινομενικά αναίσθητοι τύποι συνήθως κρύβουν επιμελώς. Άλλα, έτσι κι αλλιώς, ούτε και το "Hurt Locker" είναι η πολεμική ταινία που έχεις ξαναδεί.
Αυτό φυσικά, δεν είναι απαραίτητα καλό, αν φέρει κανείς στο νου (αντι)πολεμικά αριστουργήματα ("Αποκάλυψη Τώρα"), της μεγάλης οθόνης. Η αλήθεια είναι οτι η Μπίγκελοου δημιουργεί αληθινή αγωνία, χωρίς να χρησιμοποιήσει συνταγές χολιγουντιανού κινδύνου, ή μηχανισμούς αυτόματης παραγωγής συναισθήματος. Δεν χρησιμοποιεί καν (πολλές) εκρήξεις…
Η ιδιαιτερότητα της ταινίας βρίσκεται στο οτι, ενώ αρχικά το "Hurt Locker" δεν αποκαλύπτει κανέναν από τους λόγους που του χάρισαν έξι από τα εννέα αγαλματίδια (για τα οποία ήταν υποψήφιο) των φετινών βραβείων της Αμερικανικής Ακαδημίας, καθώς η πλοκή ξεδιπλώνεται η Μπίγκελοου καταφέρνει να μας κάνει να ενδιαφερθούμε για την ακεραιότητα του ήρωα και μάλιστα περισσότερο για την ψυχολογική παρά για την σωματική. Το σημαντικότερο είναι οτι μας κάνει να ενδιαφερθούμε για το γιατί ενας Γουίλιαμ Τζέιμς ρισκάρει τη ζωή του καθημερινά στο πιο επικίνδυνο μέρος του πλανήτη.
Η Κάθριν Μπίγκελοου, η οποία κέρδισε κατά κράτος τον πρώην σύζυγό της, δημιουργό του blockbuster-των-blockbuster "Avatar", Τζέιμς Κάμερον στις σημαντικές κατηγορίες (Καλύτερη Ταινία, Σκηνοθεσία), γύρισε ενα έξυπνο και ειλικρινές φιλμ θέτοντας ως πλαίσιο τον πόλεμο της εποχής μας, σε αντίθεση με τον Κάμερον που κατασκεύασε εναν άλλο κόσμο σε πόλεμο. Η ασφάλειά της είναι οτι κάνει επίκληση στο συναίσθημα ενος κινηματογραφικού κοινού που είναι (μάλλον για πρώτη φορά) μαζικά κατά ενος καθόλα αδικαιολόγητου πολέμου. Στην πραγματικότητα δεν ρισκάρει καθόλου…
Βαθμολογία: 3 / 5
-------------------------------------------
11.3.10 kioy posted:
Σκηνοθεσία: Kathryn Bigelow Παραγωγής: USA / 2008 Διάρκεια: 131'
Ενας μεγάλος θεωρητικός του σινεμά, ο Αντρέ Μπαζέν, υποστήριζε τη ρεαλιστική αισθητική του Κινηματογράφου. Αυτό βασίζεται στην πεποίθησή του πως: "η φωτογραφία, η τηλεόραση και το σινεμά, αντίθετα με τις παραδοσιακές τέχνες, παράγουν εικόνες της πραγματικότητας αυτομάτως, με ελάχιστη ανθρώπινη παρέμβαση. Αυτή η τεχνολογική αντικειμενικότητα συνδέει την κινούμενη εικόνα με τον παρατηρούμενο φυσικό κόσμο. Ενας μυθιστοριογράφος ή ενας ζωγράφος πρέπει να παρουσιάσουν την πραγματικότητα αναπαριστώντας τη με τη χρήση κάποιου άλλου μέσου – δηλαδή με τη γλώσσα και τις χρωστικές ουσίες. Η εικόνα του κινηματογραφιστή, από την άλλη μεριά, είναι στην ουσία μια αντικειμενική καταγραφή του τι πραγματικά υπάρχει. Καμία άλλη τέχνη (πίστευε ο Μπαζέν) δε μπορεί να είναι τόσο περιεκτική στην παρουσίαση του φυσικού κόσμου. Καμία άλλη τέχνη δεν μπορεί να είναι τόσο ρεαλιστική, στην πιο στοιχειώδη σημασία της λέξης."
Αν και οι παραπάνω ισχυρισμοί σε πρώτο επίπεδο μοιάζουν στέρεοι, το Αμερικάνικο σινεμά τους καταρρίπτει δίχως άλλο. Άραγε, πόσο θα μπορούσε μια κινηματογραφημένη σκηνή να παρουσιάσει ΤΗΝ πραγματικότητα, και όχι απλά μια πραγματικότητα, από τη στιγμή που οι σκηνές υλοποιούν ένα συγκεκριμένο σενάριο; Δηλαδή ενα γραπτό κείμενο, και όχι την απτή πραγματικότητα, αλλά μια μορφοποιημένη αναπαράσταση πραγματικότητας; Και παραθέτω όλα τα παραπάνω ως εισαγωγή, για να επιχειρηματολογήσω για τη στρέβλωση της πραγματικότητας που επιφέρει το "Hurt Locker". Μιας ταινίας που περνάει τον εαυτό της, μεταξύ άλλων, και για ενα ρεαλιστικό ντοκουμέντο. Τελικά, ίσως ο κινηματογράφος είναι απλά το μέσο της ψευδαίσθησης. Αφού λόγω της ρεαλιστικής του φύσης, δίνει αληθοφανή υφή σε επινοημένες και ανυπόστατες πραγματικότητες. Και ακριβώς εκεί κρίνεται ο ρεαλισμός του. Όχι στο κατά πόσο ο φιλμικός χρόνος είναι αληθής, αλλά στο κατά πόσο θα μπορούσε να αποτελεί μια μίμηση της πραγματικότητας.
Η πραγματικότητα του "Hurt Locker" όμως, αφού αναφέρεται σε βιωμένο/υπαρκτό χρόνο (πολεμικές επιχειρήσεις στο Ιράκ), κρίνεται εκ των προτέρων ως ανυπόστατη. Επί της ουσίας πρόκειται για εναν προπαγανδισμό της χρησιμότητας των Αμερικάνικων επιχειρήσεων στον Ιρακινό χώρο. Ας περάσουμε όμως στα μέσα της προπαγάνδας της Kathryn Bigelow. Η Kathryn Bigelow αν και αναφέρεται σε μια πολύ ευρεία κατάσταση (παρουσία Αμερικάνικων στρατευμάτων στο Ιράκ), με υπέρογκο πολιτικοκοινωνικό background, επιλέγει ως on χώρο να εστιάσει στις επιχειρήσεις μιας, επί της ουσίας, τριμελούς αποστολής Αμερικάνων στρατιωτών. Ο off χώρος, πολιτική, θάνατοι, φύση εχθροπραξιών, καταδικάζονται σκοπίμως και εξοργιστικά στην ανυπαρξία. Ενώ, εμείς εστιάζουμε αποκλειστικά στους τρεις στρατιώτες (William James, JT Sanborn, Owen Eldridge). Η αποστολή τους ντύνεται με έναν υπερβολικό ειρηνιστικό χαρακτήρα και, με αποκορύφωμα τον WIlliam James, παρατηρούμε μια υπέρμετρη ανθρωπιστική ευσπλαχνία προς τους Ιρακινούς. Και δεδομένης της μονομερούς μας εστίασης, υπογείως αναγράφεται ενα συλλογικό ειρηνιστικό ιδίωμα στην ταυτότητα των Αμερικάνικων στρατευμάτων. Από την άλλη, η περιγραφή του Αραβικού πληθυσμού είναι εντελώς αόριστη και προσχηματική. Όπου υπάρχουν Άραβες αναφέρονται με εξωφρενικά γενικόλογο και απαρέγκλιτό τρόπο ως τρομοκράτες. Δίνοντας την εντύπωση μιας καθολικής τρομοκρατικής ταυτότητας στο συνόλου των Αράβων. Και όλα αυτά τα κεντάει η 59χρονή σκηνοθέτιδα κυρίως μ' ενα σενάριο που ποντάρει στη συναισθηματική εμπλοκή του θεατή.
Η βάση της ταινίας, όπως καταδείξαμε, είναι προπαγανδιστική. Ωστόσο θα 'ταν άδικο να μην αναγνωρίσουμε στο "Hurt Locker" τον σφυγμό στο μοντάζ, καθώς και την ένταση που αναδίδει η κάμερα στο χέρι. Ο θεατής θα βρει επίσης ανά τα φιλμικά λεπτά δυνατούς οπτικούς συμβολισμούς. Με αποκορύφωμα τη ματωμένη σφαίρα πριν τη χρησιμοποίησή της. Αν και συνήθως, ως προς την ποιότητά τους, οι συμβολισμοί εξυπηρετούν την προαναφερθείσα προπαγάνδα. Αρκεί όμως το σφιχτό μοντάζ και η συγκροτημένη σκηνοθεσία για να σώσουν την παρτίδα; Η απάντηση δίνεται στην παρακάτω παράγραφο.
Παρά τις αδιαμφισβήτητες σκηνοθετικές ικανότητες της Kathryn Bigelow, ως φιλμουργός υποκύπτει σ' ένα παιδαριώδες σφάλμα. Ο κινηματογράφος πολλάκις έχει χαρακτηρισθεί ως το σταυροδρόμι των Τεχνών. Υπό την έννοια ότι είναι το σημείο συνάντησης σχεδόν όλων των τεχνών (φωτογραφία, ζωγραφική, υποκριτική, λογοτεχνία κλπ). Όμως ως σημείο συνάντησης, νοείται η αρμονική συνένωση των λοιπών τεχνών που απαρτίζουν την κινηματογραφική εικόνα και όχι απλά η συνάθροισή τους. Όμως, η βραβευμένη σκηνοθέτιδα, έχοντας υπ' όψιν τη σφιχτή αισθητική της εικόνας, υιοθετεί μια λογική ανάλαφρων-πομπωδών-Αμερικανοποιημένων διαλόγων, που αποσκοπούν στην μαλθάκωση του κλίματος της σινεθέασης. Ομοίως πράττει και με τις λοιπές διαστάσεις που απαρτίζουν την φιλμοκατασκευή της. Και έτσι, αντί για αρμονική συνένωση έχουμε μια αυξομειωτική συνάθροιση, που σμπαραλιάζει κάθε υπολειπόμενη αίσθηση ενότητας της ταινίας.
Για να κλείσουμε το κείμενο, το "Hurt Locker" ίσως σας ανταμείψει αν καταφέρετε να ξεπεράσετε αλώβητοι το προπαγανδιστικό στάδιο και τους προσχηματικούς κόμπους που αφήνει η μυθοπλασία. Άλλωστε υπό μια (αφελή) σκοπιά, θα μπορούσε να ήταν απλά μια αθώα πολεμική επιχείρηση στο Ιράκ. Η οποία σαν κινηματογραφική αφήγηση διακρατεί άπταιστο εσωτερικό ρυθμό και μια συγκρατημένη, για τα Αμερικάνικα δεδομένα, προσέγγιση.
Το "Νησί των Καταραμένων" δημιουργεί μια αρχική ατμόσφαιρα μυστηρίου που θα σε εκπλήξει ευχάριστα, συντηρεί μια γνήσια αίσθηση αγωνίας (πράγμα σπάνιο σε καινούριες ταινίες) και κρατά μια συνεχή ενέργεια σε εκκρεμότητα η οποία δεν εκτονώνεται παρά μόνο μετά την ανατρεπτική στροφή του σεναρίου, που σημαίνει και την κορύφωση του φιλμ. Αν δεν είσαι από αυτούς που προβλέπουν το τέλος της ταινίας πριν από το διάλειμμα ακόμα… μην χάσεις αυτό το θρίλερ μυστηρίου.
Ο Τέντι (Λεονάρντο Ντι Κάπριο) και ο Τσακ (Μαρκ Ράφαλο), δυο Αμερικανοί αστυνομικοί, αναλαμβάνουν να ερευνήσουν την εξαφάνιση της κρατουμένης Ρέιτσελ (Πατρίτσια Κλάρκσον) από τη φυλακή του Σάτερ Άιλαντ, ενος σωφρονιστικού ιδρύματος για τους κατάδικους που έχουν κριθεί κλινικά παράφρονες. Κι όλα αυτά εν έτει 1954. Σύντομα, μυστήριες καταστάσεις και σκοτεινές παραισθήσεις θα περιπλέξουν την ήδη μπερδεμένη υπόθεση, ενώ κι η έρευνα τους παρεμποδίζεται από το μη συνεργάσιμο μα άκρως γοητευτικό διευθυντή (Μπεν Κίνγκσλεϊ). Είναι φανερό πως κάποιο μυστικό απαιτεί να αποκαλυφθεί και ο δεξιοτέχνης Σκορτσέζε σχετικά γρήγορα θα μας εμπιστευθεί πως... κάποιος λείπει από το νησί.
Ο κος Σκορτσέζε χρησιμοποιεί ασυνήθιστα οπτικά εφέ για τον ίδιο, χωρίς να παραπατά, φροντίζοντας να τροφοδοτεί την μόνιμη αίσθηση μιας πιθανής αναπόφευκτης μοιραίας κατάληξης. Η διάχυτη αίσθηση του φιλμ νουάρ και οι διαδοχικές ερωτήσεις που πυροδοτεί μια τέτοια ταινία δουλεύουν μόνο προς όφελος του «Νησιού», το οποίο θα ήταν εξαιρετικό αν η ανατροπή του ήταν ακόμη πιο προστατευμένη.
Οι επιλογές της σκηνοθετικής του γραμμής κάθε άλλο παρά άστοχες είναι, αφού καταφέρνει να συγκρατεί την αφήγηση (αποφεύγοντας τους κινδύνους της περιττής δραματοποίησης) και ταυτόχρονα να συντηρεί την αγωνία, κατά τρόπους τέτοιους ώστε να αισθάνεσαι πως μεταξύ εσού και της ταινίας υπάρχει κάποιου είδους εκκρεμότητα, την οποία ο πολύπειρος Αμερικανός σκηνοθέτης διατηρεί όσο θέλει… με άνεση.
Καλώς ήρθατε στο blog της Κινηματογραφικής Ομάδας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (Ο.Π.Α., πρώην Α.Σ.Ο.Ε.Ε.).
Η Ομάδα, τα μέλη της οποίας είναι τόσο φοιτητές όσο και απόφοιτοι του Ο.Π.Α., ξεκίνησε την δραστηριότητα της τον Απρίλιο του 2007 με την οργάνωση προβολών στο χώρο της ΑΣΟΕΕ.
Η επιλογή των ταινιών που προβάλουμε κινείται ηθελημένα προς διαφορετικές συνεχώς κατευθύνσεις, θέλοντας να κάνει απλώς τη σύσταση μεταξύ του Κινηματογράφου και του (όχι απαραίτητα σινεφίλ) φοιτητή / "νέου" / οποιουδήποτε θεατή, μέσα πάντα από τις αγαπημένες ταινίες της Ομάδας. Και αυτό όχι με αρχειακή - διδακτική αλλά με fun διάθεση, δίνοντας απλά το ερέθισμα για περισσότερο ψάξιμο. (Δε λείπουν φυσικά και οι cult παρεκτροπές!).
Αγαπάμε την ιδέα της προβολής στη μεγάλη οθόνη, με καλό ήχο και με παρέα (αντί για την ιδιωτική θέαση στην οθόνη του PC). Απ' την άλλη όμως, δεν προβάλουμε ταινίες που παίζονται την ίδια στιγμή στα σινεμά, επειδή για εμάς η κινημ/φική αίθουσα είναι the place to be, εκεί τις απολαμβάνουμε περισσότερο τις ταινίες! Εξάλλου το κινημ/φικό παρελθόν, απώτερο ή πιο πρόσφατο, έχει πάρα πολλά να μας δώσει.
Στο blog αυτό δεν επιχειρούμε την "δημοσιογραφική" κάλυψη της κινημ/φικής επικαιρότητας. Γράφουμε μόνο για τις ταινίες που βλέπουμε, για τα θέματα που μας κάνουν κλικ και τα events που μας ψήνουν. Μόνο για ο'τι τελικά αξίζει και μας αφορά! Δελτία Τύπου δε θα διαβάσετε εδώ :-P
Οι συναντήσεις της Ομάδας πραγματοποιούνται είτε στο φουαγιέ του αμφ. Αντωνιάδου (Πατησίων 76, 1ος όροφος πτέρυγας Αντωνιάδου) είτε στο Πολιτιστικό Στέκι (Πατησίων 76, υπόγειο κεντρικού κτιρίου) πριν ή/και μετά τις προβολές. Όποιος θέλει να συμμετάσχει, ας έρθει να μας συναντήσει! E-mail: kinimatografiki_omada_opa [at] hotmail.com
Το χειμερινό εξάμηνο 2010-2011 οι προβολές γίνονται κάθε Δευτέρα μετά τις 17:00 στο αμφιθέατρο Β (Πατησίων 76, ισόγειο κεντρικού κτιρίου), από DVD player ή Η/Υ, μέσω προβολέα Standard Definition, σε οθόνη πλάτους 2,75m και διαγωνίου 125'' (για κάδρο 16:9) και με στερεοφωνικό ήχο από την ηχητική εγκατάσταση του αμφιθεάτρου (8 ηχεία κατά μήκος της οροφής). Το αμφιθέατρο είναι προσβάσιμο από Άτομα με Κινητική Αναπηρία.
[English translation is made for visiting students (Erasmus, AIESEC, etc.) and other non-Greek-speaking friends.]
Welcome to the Athens University of Economics and Business (AUEB) Film Club blog.
The Club, whose members are both current and former students of the University, began its activity in April 2007 by organising film screenings. Club meetings are held in Antoniadou lobby (76, Patission Str., Antoniadou wing's 1st floor) or in the Cultural Club ("Politistiko Steki": 76, Patission Str., central building's basement, next to the restaurant) before or/and after screenings . If you want to join the Club, come and meet us!
E-mail: aueb_film_club [at] hotmail.com
During the 2010-2011 winter semester, screenings are held every Monday after 17:00 in classroom B (76, Patission Str., central building's ground floor).