Friday, February 05, 2010

Katalin Varga

Σκηνοθεσία: Peter Strickland
Παραγωγής: Romania / UK / Hungary / 2009

Διάρκεια: 82'




Υπάρχει και ένα άλλο σινεμά που τείνει στην εξαφάνιση. Το λεγόμενο σινεμά του δημιουργού. Ο μαζοφόρος όχλος ως διακρατητής των (εμπορικών) νημάτων πηγαίνει τον κινηματογράφο σε άλλα χωράφια, τεχνοκρατικά. Η εικόνα παραδομένη στο βωμό της διασκέδασης. Η ψηφιακή ταινία σχηματίζεται ως ένα κολάζ πυροτεχνικών εφέ που θεματολογικά επαληθεύει, επαναπαύει και κυρίως εξυπηρετεί το επιβεβλημένο προφίλ της μονοπωλιακής κοινωνικής αποδοχής. Στην αντίπερα όχθη υπάρχει και το λεγόμενο σινεμά του δημιουργού. Αντισυμβατικό, αινιγματικό, προβληματικό, δοκιμιακό και καθόλου βολικό. Αγωνίζεται ωστόσο με τους ίδιους όρους αγοράς για την επιβίωση του. Δεν έχει κοινό. Έχει μια συγκριτικά ολιγάριθμη κάστα παθιασμένων σινεφίλ ακολούθων. Αυτών που (συνήθως) υπάγονται στο περιθώριο της κοινωνικής επιθυμητότητας. Και οι οποίοι καλούνται να το υποστηρίξουν μέχρι τελικής (αναπόφευκτης) πτώσης. Και λέω αναπόφευκτης πτώσης γιατί μες στον ακμάζοντα τεχνοκρατισμό του σύγχρονου σινεμά του θεάματος, ο κινηματογράφος του δημιουργού (ως προς την κερδοφορία του), είναι αναγκασμένος να χάνει έδαφος. Και η σωτηρία του, τώρα περισσότερο από ποτέ, φαντάζει να εξαρτάται από τη διάσχιση και την αποχώρηση απ' τον υφιστάμενο "νόμο" της αγοράς και από την υιοθέτηση ενός άλλου μοντέλου, τόσο για την παραγωγή, την επένδυση, τη χρηματοδότηση και κυρίως την αποπληρωμή που θα βαρύνει τη σινεφίλ κοινότητα. Νομίζω πως σταδιακά οδηγούμαστε στο αναπόφευκτο σχίσμα εμπορικού και καλλιτεχνικού κινηματογράφου. Η διάκριση εμπορικού και καλλιτεχνικού δε γίνεται τόσο με γνώμονα την "Τέχνη". Αυτή δε χωράει ταμπέλες. Αλλά βάση της διαδικασίας οικονομικής εκμετάλλευσης που θα ακολουθεί η εκάστοτε ταινία ως οικονομικό προϊόν.

Και όλη αυτή η εισαγωγή γίνεται γιατί θεωρώ αδιανόητο μια αριστουργηματική ταινία σαν το Katalin Varga, με budget κάτι λίγο παραπάνω από 30.000 ευρώ, να συναντάει ανυπέρβλητα εμπόδια οικονομικής φύσης κατά μήκος ολόκληρης της διαδικασίας της φιλμοκατασκευής. Το ζήτημα της εύρεσης (ευρείας) διανομής συναντάει διαρκώς δυσκολίες. Με τους νέους δημιουργούς αναγκαστικά να προσμένουν απ' τα μεγάλα φεστιβάλ, τα οποία πλέον μοιάζουν σαν τους μάγους με τα δώρα, κάποια βράβευση που θα βοηθήσει την αναγνώριση, και κατ' επέκταση την οικονομική βιωσιμότητα της ταινίας τους.


Ας πάμε όμως στην ταινία. Η Katalin του τίτλου εκδιωγμένη απ' τον σύζυγο, όταν αποκαλύπτεται ένα σκοτεινό μυστικό της, παίρνει τον δεκάχρονο γιο της (Orban) και μ' ενα άλογο διασχίζει τα βουνά της Τρανσυλβανίας. Αναζητώντας τον πραγματικό πατέρα του Orban με εκδικητικές διαθέσεις, καθώς είναι υπαίτιος για τη μελανότερη στιγμή της ζωής της.

Πριν ασχοληθώ εκτενέστερα με την υπόθεση θα ήθελα να αναφέρω ότι ο Peter Strickland έχει κάνει ένα οπτικό αριστούργημα. Το πράσινο τοπίο της Τρανσυλβανίας γεμίζει επιβλητικά το πανί, κρατώντας μια απειλητική αοριστία κάτω απ' τον τραχύ κόκκο της εντυπωσιακής φωτογραφίας. Οι τηλεφακοί εστιάζουν με σκληρά νεταρίσματα στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών, και σε συνδυασμό με την κίνηση της κάμερας πάνω από εφιαλτικές μνήμες φτιάχνεται μια υποβλητική ατμόσφαιρα θρίλερ. Η χρήση του ήχου είναι άρτια, βαδίζοντας επίμονα και υπαινικτικά στο εσωτερικό της ηρωίδας. Η κινηματογραφική γλώσσα υπογράφει μια εμπειρία τραυματική πάνω στο χρονικό ενός προϋπάρχοντος βιασμού και μιας εν εξελίξει εκδίκησης.


Στα της υπόθεσης έχουμε μια ιστορία εκδίκησης. Ως εκδίκηση μπορούμε να νοήσουμε την εγωκεντρική ανάληψη των σκήπτρων της δικαιοσύνης απ' την πλευρά του θύματος. Που η αυτόδικη θέρμη, επιτρέπει το ελεύθερο στην επιβολή αντιποίνων κατά του θύτη. Είναι η εκδίκηση μια πράξη ανταπόδοσης βίας. Σωματικής, ψυχολογικής, ηθικής και κάθε άλλης μορφής. Μια διαιωνίζουσα αναπαραγωγή του βίαιου γεγονότος που ριζώνει σ' έναν παρελθοντικό -δηλαδή νεκρό- χρόνο. Γνωρίζοντας μια κυκλική εναλλαγή στην οροθέτηση των εννοιών θύτης και θύμα, οι οποίες κληρονομούνται απο γενιά σε γενιά. Το αριστουργηματικό φινάλε, αν εξαιρέσουμε την απαράδεκτα μονοδιάστατη απεικόνιση των "κακών", δεν αφήνει περιθώριο αμφισβήτησης. Άλλωστε ο θύτης και το θύμα καθορίζεται απ' την οπτική γωνία του παρατηρητή. Έτσι, μπορούμε να συμπάσχουμε με την "βαριοχτυπημένη" Katalin, και ταυτόχρονα να αποστρεφόμαστε την προφαινόμενη επιβολή βιαιότητας απ' την πλευρά της. Τα συμπεράσματα προκύπτουν από τη θέση που διακρατούμε στην ιστορία.

Κάτι άλλο που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής, είναι η εξέταση των ψυχολογικών κινήτρων των ηρώων. Η Katalin προφασίζεται την αδικία που έχει διαπραχθεί εις βάρος της ως αίτιο των πράξεων της. Όμως οι πράξεις ξεσπούν σ' έναν χρόνο ξεπερασμένο, και μόνο καθ' όταν αποκαλύπτεται το μυστικό της. Επιπροσθέτως, ο κάθε ήρωας προβάλλει στη συμπεριφορά του μια δικαιοσύνη θρησκευτικής ιερότητας. Το χριστιανικό στοιχείο, όπως και τόσα άλλα που αναφέρονται, δεν είναι παρά ένα αυτεπιβεβλημένο άλλοθι που εξασφαλίζει τον απαραίτητο χώρο για την ελεύθερη δράση της αυτοδικίας. Ο Peter Strickland διαποτίζει τους ήρωες του, και τη δραματουργία του, με το θρησκευτικό στοιχείο. Το οποίο όμως υπονομεύει στην ευφυέστατη σύλληψη του φινάλε. Όπου ειρωνικά, ο -εντός των επόμενων λεπτών- φονιάς, τιμωρεί για το αμάρτημα του "ου φονεύσεις" το μελλοθάνατο θύμα του!


Για να λύσουμε κάποιους δραματουργικούς γρίφους, οφείλουμε να στρέψουμε τα βλέμματα μας στον δεκάχρονο Orban. Θεωρητικά το παιδί είναι ο τραγικός ήρωας της ταινίας, καθώς είναι καρπός μιας στιγμής χυδαιότητας. Εκδιωγμένο απ' τον πατριό του και δέσμια συνδεδεμένο με το σατανικό σχέδιο της μητρός του. Και όλα αυτά εν αγνοία του. Ταυτόχρονα όμως είναι -επίσης εν αγνοία του- και ο κινητήριος μοχλός του δράματος. Είναι η πυξίδα στα χέρια της Katalin. Η εκδίκηση μπορεί να αναγνωστεί και ως μια πράξη αντίδρασης για την υπόληψη του πολυαγαπημένου παιδιού. Παρατηρούμε την Katalin να κάνει προσπάθειες επαναπροσέγγισης με τον σύζυγο, παρά την προσωπική αντίθετη στάση, για να εξασφαλίσει ένα υγιές περιβάλλον για τον Orban. Ενώ τέλος, είναι η ανυποψίαστη συμπάθια του Orban προς τον πατέρα-θύτη, που φρενάρει τις εκδικητικές διαθέσεις της Katalin.


Βαθμολογία: 8,5/10



Saturday, January 30, 2010

Κάθαρση

pinned



28.1.10 update
clarabelle posted:



Ο Φωκίων Μπόγρης είναι ενας νέος κινηματογραφιστής, ο οποίος με πενιχρά μέσα ολοκλήρωσε την ταινία του «Κάθαρση», σε διάστημα δύο ετών. Μια ταινία, που με αφορμή μια ιστορία ολικής εκδίκησης, μας πάει μια βόλτα στις σκληρές πραγματικότητες που γεννά η πολύ στενή σχέση οργανωμένου εγκλήματος και κρατικής μηχανής.

Ο «DIY» Μπόγρης, πραγματοποιεί πολιτικό σχόλιο ακόμα κι αν δεν το θέλει. Στην πραγματικότητα όμως αυτό τελικά λειτουργεί, όπως και άλλα πράγματα που κάνει άθελά της, η b-movie αισθητικής «Κάθαρση». Όπως για παράδειγμα, η μη φτιασιδωμένη πόλη με τις αιχμηρές της γωνίες και τις σκληρές τις γειτονιές, όπως σκληρή είναι και η ιστορία του Έστεμπαν (Κώστας Στεφανάκης).

Ο Μουρίκης μέσα στην κόκα με τα μούτρα (μέσα όμως!), η Τίνα Σπάθη επιστρέφει μετά από είκοσι και βάλε χρόνια και ο Οικονομίδης επιδίδεται σε απολαυστικούς αυτοσχεδιασμούς εκτός σεναρίου.

Αν κάτι από όλα αυτά, σας έξαψε την περιέργεια δεν έχετε παρά να τον εντοπίσετε στο 8ο Φεστιβάλ Cult Ελληνικού Κινηματογράφου στο Gagarin στις 30 Ιανουαρίου... και να τον ρωτήσετε ό,τι θέλετε… μέχρι τότε ανακαλύψτε εδώ τι απαντά σε δεκατρείς straight forward ερωτήσεις σε ύφος «Κάθαρσης».


1. Ποιός είσαι;
Όταν και εγώ μάθω θα σου πω.

2. Γιατί ασχολείσαι με το σινεμά;
Απο ανάγκη - και δεν εννοώ οικονομική.

3. Τι είναι η "Κάθαρση";
Αυτό που θα νοιώσετε το Σάββατο βράδυ στην πρεμιέρα... χαχαχα

4. Τι είδους δυσκολίες συνάντησες κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων;
Πέρα απο τις οικονομικές που είναι προφανείς, είχα να κάνω με τσακωμούς, ιδιοτροπίες, συλλήψεις απο μπάτσους και με τη μέση μου που σχεδόν "πέθανε".

5. Ποια είναι η αγαπημένη σου ελληνική ταινία;
"Τα Βίτσια Της Ανωμαλίας".

6. Ξέρω ότι προκειμένου να ολοκληρώσεις την "Κάθαρση", αναγκάστηκες να πουλήσεις πολλές από τις σπάνιες βιντεοκασέτες της προσωπικής σου συλλογής. Ποιά δεν θα πουλούσες ποτέ;
Το "Mangiati Vivi" του Lenzi απο την ιστορική εταιρεία IVC.

7. Ποιος είναι ο χειρότερός σου εφιάλτης;
Too many to mention!!

8. Ένας σκηνοθέτης που θαυμάζεις είναι...
Ο Brian De Palma.

9. Ποιόν/ποιά ηθοποιό, σκηνοθέτη θα εξαφάνιζες από το χάρτη;
Θα τους εξαφάνιζα όλους για να μείνω μόνος μου!

10. Πώς σου φάνηκε η κινηματογραφική Ομίχλη του Νοέμβρη;
Δεν πήγα... Next time...

11. Κυνόδοντας ή Στρέλλα;
Κυνόδοντας!!!

12. Τι πιστεύεις ότι θα συμβεί σε έναν ανεξάρτητο κινηματογραφιστή, όταν θα βρει επιδότηση;
Θα λιγοστέψουν τα προβλήματα του!

13. Τι προσδοκίες έχεις από την "Κάθαρση";
Ενα χρυσό φοίνικα και μερικά λεφτα στον τραπεζικό λογαριασμό μου. Ευχαριστώ.




-------------------------------------------


27.1.10 update
s_dany posted:



Fokion Bogris with Kostas Stefanakis and Tina Spathi

Kioy και s_dany, η εμπροσθοφυλακή [η avant garde δηλ:-D] της Ομάδας, η οποία δεν καταλαβαίνει από εξεταστικές, υποχρεώσεις, χιόνια κλπ, συνάντησε πριν μερικές μέρες τον Φωκίωνα Μπόγρη (κάπου εκεί ήταν και η clarabelle η οποία όμως την έκανε νωρίς) και είδε μαζί του την "Κάθαρση". "Όσοι ασχολούνται με το χώρο, μόνο με δόλο μπορούν να αμφισβητήσουν την χρόνια και αφοσιωμένη τριβή του Φωκίωνα Μπόγρη, με τον cult παύλα trash κινηματογράφο, ελληνικό, αμερικάνικο και κυρίως ευρωπαϊκό..." είχε πει ο Μαζο-verbal το Σεπτέμβρη. Αυτή είναι η πρώτη ουσιαστικά ταινία του Μπόγρη (δεν μπορείς να λογίσεις ως τέτοιες τα χαβαλεδο-flicks "Βία & Κτηνωδία" και "Επιστροφή των Καθαρμάτων") και, πίστεψε με, παρά το πενιχρό budget της [που είναι €15.000-20.000, όχι €200 που μπορεί να άκουσες στις Νύχτες Πρεμιέρας], παίρνει κεφάλια!! Και άλλα μέλη για την ακρίβεια :-D

Photo by Thanasis Papageorgiou

Περισσότερα μπορείς να διαβάσεις στην κριτική του kioy, εγω θα πω μόνο οτι με τη σιγουριά στη σκηνοθεσία, το σφιχτό ρυθμό στο μοντάζ, τον Στεφανάκη [που ΕΙΝΑΙ ο Έστεμπαν!! φοβερή φάτσα!] και το ταλέντο του Μουρίκη, ο Μπόγρης έκανε ενα σχεδόν άψογο action flick [hard-boiled crime θα το έλεγε ο δικός μας panchamp!] φέρνοντας νέο αέρα σε ενα είδος εντελώς παραμελημένο στην Ελλάδα. Ιδιαίτερη μνεία στην κινηματογράφηση της Αθήνας, on-the-wish-list το Dodge van του Έστεμπαν! Μου έλειψε μόνο κάτι παραπάνω στη "λύση", στο τέλος της ταινίας. Βαθμολογία: 3 αστεράκια (στα 5), το οποίο in my book είναι όσο και το 7 στα 10 του kioy. Και σ' αυτο εννοείται δε λαμβάνω υπόψιν δυσκολίες παραγωγής και λοιπά προβλήματα ενος τόσο χαμηλού budget.


Αν είσαι από τους πολλούς που δεν την πρόλαβαν την "Κάθαρση" στην πρεμιέρα στις Νύχτες που έγινε sold-out πολύ γρήγορα (μεταξύ μας καλύτερα που δεν την είδες τότε γιατί εκείνη η κόπια ήταν work-in-progresss), μπορείς να τη δεις ολοκληρωμένη αυτό το Σάββατο 30/1 στο 8ο Φεστιβάλ Cult Ελληνικού Κινημ/φου (28-30/1) στο Gagarin [με €15 είσοδο βέβαια λόγω και του live, όχι οτι δεν τα αξίζει η ταινία! ή το φεστιβάλ :-D]. Θα ακολουθήσουν και άλλες προβολές τους επόμενους μήνες, είτε σε αυτόνομες αίθουσες είτε μέσω του κυκλώματος διανομής (με την ευχή μας!)


Μέχρι τότε, τσέκαρε το βιντεάκι με τη συνέντευξη (την πρώτη μας video-συνέντευξη!) που μας έδωσε ο Φ. Μπόγρης αφού τον απειλήσαμε με το πιστόλι του Έστεμπαν στον κρόταφο :-DDD. Υπάρχει κι άλλο υλικό και όταν με το καλό βγει η ταινία κανονικά στις αίθουσες, παίζει να βγάλουμε και longer version. Τώρα κάναμε ενα σπιντάτο μοντάζ, όπως ακριβώς στο πρώτο μέρος της "Κάθαρσης", μαζί και με μερικά νέα πλάνα από την ταινία [αυτό που λένε never before seen footage :-D] που μας παραχώρησε ο Φωκίων (thank u!). Ο kioy παίρνει τη δόξα μπροστά απ' την κάμερα και εγω, αφού εμπνεύστηκα (τί ψώνιο!) το set-up με το slide-show στον τοίχο, παλεύω με τη μηχανή και το κάδρο! Και με τη γωνία στο ταβάνι! [πού 'σαι Cinestams? :-D]


[to be watched in 480p]



http://bogris.blogspot.com
http://www.myspace.com/katharsi
http://www.facebook.com/group.php?gid=108759542705




-------------------------------------------


24.1.10
kioy posted:



[click image for higher resolution]
Σκηνοθεσία: Φωκίων Μπόγρης
Παραγωγής: Greece / 2009
Διάρκεια: 74'




Ο Έστεμπαν (Κώστας Στεφανάκης), πρώην μπάτσος, επιστρέφει στην Αθήνα άφραγκος και κυνηγημένος. Τον προσεγγίζει η Άσφάλεια για να κάνει τη βρώμικη δουλειά. Εκκαθάριση του υποκόσμου. Gangsters, dealers, προστασία, απ' όλα. Μόνο που όταν η δουλειά συγχέεται με μια κόκκινη ιστορία εκδίκησης, ο Έστεμπαν γίνεται ανεξέλεγκτος και επικίνδυνος για όλους.


Η "Κάθαρση" μας αφηγείται μια ιστορία ακρότητας. Μια αιματοβαμμένη ιστορία ξεκαθαρίσματος λογαριασμών μεταξύ του υποκόσμου. Ελεγχόμενη και υποκινούμενη απ' τα ψηλά καπέλα της κρατικής εξουσίας. Η δράση τοποθετείται ευρηματικά στην καρδιά της Αθήνας. Η πόλη αποτελεί το "σκηνικό" background και θεμέλιο λίθο της δραματουργίας. Η Αθήνα δεν απουσιάζει. Ή καλύτερα απουσιάζει δια της παρουσίας της. Είναι εκεί. Πάντα στο μόνιμο λήθαργο της πολιτισμικής αφασίας της. Νομοτελειακά ακόλουθος μια υπνωτιστικής ρουτίνας. Θιασώτης των τρομολάγνων ΜΜΕ. Και όντας εξοργιστικά αμέτοχη, αποτελεί τελικά τον βασικό συμμέτοχο της κρατικής διαφθοράς και όλων όσων συμβαίνουν στα παρασκήνια της. Το πολιτικό σχόλιο του Μπόγρη, χωρίς προσηλώσεις, φιλτράρεται απολαυστικά με μια κανιβαλιστική ειρωνεία.


Η βασική επιτυχία του νέου δημιουργού αποτυπώνεται στην μινιμαλιστική και ατμοσφαιρική σκηνοθεσία του. Που σε συνδυασμό με την αριστοτεχνική χρήση του (λιτού) ήχου και το σφιχτό μοντάζ επιτυγχάνει να παντρεύει (σχεδόν) τέλεια τον στεγνό ρεαλισμό με την ακρότητα μιας cult ταινίας. Και αφού μπήκαμε σε μια κουβέντα "ειδών" θα ήταν χρήσιμο να αναφέρουμε και τη ρήση του Ουίλλιαμ Ράιλυ Μπερνέτ: "Το να πούμε για ένα βιβλίο ότι είναι μια νουβέλα, μια αλληγορία ή μια πραγματεία περί αισθητικής, έχει την ίδια πάνω κάτω αξία με το να λέγαμε πως το κάλυμμα του είναι κίτρινο και πως μπορούμε να το βρούμε στο τρίτο ράφι αριστερά". Αν μεταλλάξουμε την παραπάνω πρόταση σ' ένα κινηματογραφικό περιβάλλον, τότε ίσως κατανοήσουμε πως κάθε κινηματογραφικό είδος αποτελεί ένα συνοπτικό και απλουστευτικό εργαλείο ταξινόμησης. Τα κινηματογραφικά είδη δεν προϋπήρξαν του σινεμά, εμείς τα επινοήσαμε-δημιουργήσαμε για τη δική μας ευκολία. Και συνεπώς η οποιαδήποτε προκατάληψη υπέρ ή κατά ενός είδους είναι τουλάχιστον αβάσιμη.

Photo by Yiannis Zagoraios

Ο Φωκίων Μπόγρης έχει συνοδοιπόρους στα τραχιά μονοπάτια της "Κάθαρσης" εκλεκτούς ηθοποιούς και εμβληματικές φυσιογνωμίες από το παρόν και το παρελθόν του ελληνικού κινηματογράφου, και όχι μόνο. Αναφορικά θα συναντήσουμε τον Βαγγέλη Μουρίκη, τον Κώστα Στεφανάκη, τον Γιάννη Οικονομίδη, τον Βαγγέλη Αλεξανδρή, την Τίνα Σπάθη, τον Κώστα Ξυκομηνό κ.α. Ένα cast απόλυτα ταιριαστό με τη gangsta δραματουργική χροιά των ρόλων. Ερμηνεύουν απολαυστικά, ισορροπώντας μεταξύ του ενθουσιασμού και της ωριμότητας.


Κάθαρση ή Εκκαθάριση; Διαλέξτε. Πάντως ο Μπόγρης, στην πρώτη του ουσιαστικά ταινία επαγγελματικών προσανατολισμών, σε αντίπλευση με το παρελθόν, δίνει ένα νέο όνομα/όραμα στον πολύ ανεξάρτητο ελληνικό κινηματογράφο.


Βαθμολογία: 7/10



City of Life and Death (Η Πόλη της Ζωής και του Θανάτου)

Σκηνοθεσία: Chuan Lu
Παραγωγής: China / Hong Kong / 2009
Διάρκεια: 132'




Η ταινία μπορεί να ειδωθεί ως ενας φόρος τιμής στην πόλη της Nanking, τους Κινέζους υπερασπιστές της και τον άμαχο πληθυσμό που αφανίστηκε με κραυγαλέα ωμότητα από τα Γιαπωνέζικα στρατεύματα κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου πολέμου το 1937. Η συγκεκριμένη ιστορική περιοχή δεν έχει αποκρυσταλλωθεί πλήρως μέχρι και σήμερα. Με τους Κινέζους να κάνουν λόγο για 300.000 "δολοφονίες", και τους Γιαπωνέζους να μην επαληθεύουν και να αρνούνται ακόμα και σήμερα μια επίσημη συγγνώμη προς το λαό της Κίνας. Ωστόσο το "City of Life and Death" είναι κάτι πολύ ευρύτερο και θα ήταν τουλάχιστον άδικο να το περιορίσουμε σε οποιαδήποτε χρονικά και γεωγραφικά πλαίσια.


Το "City of Life and Death" είναι ένα αριστουργηματικό αντιπολεμικό δράμα που αξίζει δικαιωματικά μια θέση στο κινηματογραφικό πάνθεον του είδους. Στην εναρκτήρια συγκλονιστική σεκάνς, ο Chuan Lu συναντάει τον Elem Klimov του "Idi i Smotri", και με μια επιβλητικά ιμπρεσιονιστική φόρμα καταδικάζει απερίφραστα τη φρικαλεότητα του πολέμου. Η κάμερα λοξοβολάει σε κατάσταση ναυτίας, λαβωμένη από τα πυρά της απάνθρωπης πολεμικής αποκρουστικότητας. Ο Chuan Lu παραδίδει μια μαγική και ανεπανάληπτη σκηνοθεσία. Η λυρικότητα συναντά την ωμή βία με οξύμωρα ποιητικό τρόπο. Και ο ρεαλισμός παντρεύεται το φορμαλισμό, σε μια ωριμότατη προσέγγιση που υπερβαίνει κατά πολύ το να χαρακτηρισθεί ως ένα απλό "σκηνοθετικό πείραμα". Και όλα αυτά γράφουν σε μια επίμονα μονοχρωματική φωτογραφία. Το λευκό και το μαύρο, η ζωή και ο θάνατος, η δυστυχία και η ευτυχία, η επιβίωση και ο αφανισμός σ' ένα εφιαλτικό παιχνίδι αντιθέσεων.


Μετά το συγκλονιστικό άνοιγμα της αυλαίας, που κόβει πραγματικά την ανάσα, ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η αλλαγή ρότας του Κινέζου σκηνοθέτη με την επιλογή να αναδείξει τη συλλογική, οικουμενική και πανάνθρώπινη φρικωδία του πολέμου, επικεντρώνοντας στα ατομικά στοιχεία-μέρη που τον απαρτίζουν. Όχι, δεν καταφεύγει στο εύκολο μελόδραμα, και η ταινία παρά την εστιασμένη αφήγηση της απέχει πολύ απ' το να χαρακτηρισθεί στρατευμένη. Αντιθέτως, ο Chuan Lu παρατηρεί εκατέρωθεν τις δυο πλευρές έχοντας ξεκάθαρη αποστολή. Ο θάνατος είναι ο αντιχώρος της ζωής. Η εξουσία της υποταγής. Η υγεία της εξαθλίωσης. Η κάθε έννοια επεισέρχεται σε ένα χωροταξικό ισοζύγιο και παράγεται ως το αρνητικό της άλλης. Καθρεφτίζοντας την αδυναμία του ανθρώπινου παράγοντα να επιδράσει σε αυτή τη νομοτελειακή και συστημική αλληλόδραση των χώρων (όχι με τη γεωγραφική έννοια). Ο πόλεμος είναι η απουσία του ανθρώπινου. Ο χώρος γίνεται μια μάσκα επιβολής πάνω στον άνθρωπο. Τον αλλοιώνει, τον υποτάσσει και τον εκμηδενίζει. Μα κυρίως τον ακρωτηριάζει υπδεικνύοντας χλευαστικά την ανεπάρκεια του πνεύματος να επιδράσει στην ύλη. Έτσι, νομοτελειακά η ζωή μεταφράζεται σε θάνατο, η ευτυχία σε δυστυχία, η επιβίωση σε κακουχία κ.ο.κ. σ' ένα σύστημα που λειτουργεί ανεμπόδιστα δίχως τριβές. Κλείνοντας έναν φαύλο κύκλο, η ατομικοκεντρική εστίαση του Chuan Lu, μέσω των μηχανισμών των αυτοματοποιημένων αντιθέσεων, επιτυγχάνει μια ευρύτερη και συλλογικότερη θέαση στη βαρβαρότητα του πολέμου.


4 Μαρτυρίες πολέμου.

Κινέζος στρατιώτης στη Nanking: Έτρεχα μπροστά. Πίσω μου ποδοβολητά από σφαίρες σώριαζαν τους συμμάχους μου στο χώμα. Εγώ έβλεπα τη θάλασσα. Έτρεχα όλο ευθεία. Προς τη λεία λεπτή γραμμή που χυνόταν ως το χείλος των οριζόντων. Έλεγα θα σε φτάσω. Θα γίνω ψάρι και θα φύγω... Έλεγα.-

Yuriko, Κινέζα αιχμάλωτη πολέμου: Εξουσία εδόθη σε τέρατα με δύο κεφαλές. Το πρόσταγμα τους, πρόσταγμα θανάτου. Σήκωσα το χέρι μου ψηλά. Ήξερα πως δεν υπάρχει επιστροφή. Θα ξέσκιζα τη σάρκα μου σε χίλια κομμάτια. Μέχρι να χάσω τη μορφή μου. Χωρίς νόημα. Εξασφαλίζοντας μερικές κλεμμένες ανάσες και μια παράταση στο μαρτύριο μας. Όχι δεν είχα επιλογή. Η ελπίδα σε σπρώχνει να υπομένεις τον πόνο.


Xiaodouzi, παιδί στον Κινέζικο στρατό: Είδα το θάνατο στα μάτια χίλιες φορές. Και κάθε που πέθαινα, γεννιόμουν μ' ένα φόβο μεγαλύτερο. Είδα τον ήλιο να ανατέλλει μέσα από νεκρά σάρκινα πτώματα τρεις φορές. Και εγώ κρατούσα την αναπνοή μου να μη μ' ακούσουν. Και τώρα προχωράω για ώρα χωρίς να βλέπω σύννεφα καπνού. Οι σφαίρες έπαψαν να δονούν στα τύμπανα μου. Ουρλιαχτά απόγνωσης σβήνουν σαν ιαχές μακρυσμένες στο χθες μου. Περπατάω ανάμεσα στα ψηλά ξανθά χορτάρια. Δε φοβάμαι. Έμαθα τον θάνατο. Ζωή, τώρα είναι η σειρά σου...

Kadokawa, Ιαπωνέζος λοχίας: Κάθε μέρα αφαιρώ εκατοντάδες ζωών. Η μεγαλύτερη κτηνωδία ξεχύνεται μπροστά μου. Και εγώ πρωταγωνιστής. Τρέμω μπροστά στο αιμόλουτρο αγνώστων. Όμως ασάλευτα εκτελώ την ίδια εντολή. Ξανά και ξανά. Πάει καιρός από τότε που είχα είδωλο στον καθρέφτη. Και όταν δεν έχεις είδωλο στον καθρέφτη, πάει να πει πως η ζωή είναι πιο δύσκολη απ' το θάνατο.


Το "City of Life and Death" είναι ένα αριστούργημα. Ένα ανεπανάλληπτο εικαστικό κομψοτέχνημα και μια βροντερή ηχώ στην δυσωδία της πιο φριχτής πράξης. Του πολέμου, της νομιμοποιημένης δολοφονίας.


Βαθμολογία: 9,5/10



Lebanon (Λίβανος)

Σκηνοθεσία: Samuel Maoz
Παραγωγής: Germany / Israel / France / Lebanon / 2009

Διάρκεια: 90'




Την αρχή είχε κάνει πέρσι το "Waltz With Bashir". Φέτος ο "Λίβανος" είναι άλλη μια ταινία για τη φρικαλεότητα του πολέμου. Και τις πολεμικές επιχειρήσεις στην ομώνυμη χώρα, σε μια ρεαλιστική, ίσως και λίγο εγωκεντρική, μαρτυρία του σκηνοθέτη Samuel Maoz.

Ο Samuel Maoz θα προβεί σ' ένα ριψοκίνδυνο τόλμημα. Να αποτυπώσει τον πόλεμο αποκλειστικά μέσα από την εξατομικευμένη θέαση μιας πολεμικής μονάδας, και δη μέσα από ενα άρμα. Με αυτόν τον τρόπο, καταφέρνει να σκιαγραφήσει ενα λεπτομερές ψυχολογικό πορτραίτο των τεσσάρων πρωταγωνιστών του και, κυρίως, να μελετήσει την ανθρώπινη συμπεριφορά και τη διάβρωση αυτής εν καιρώ πολέμου. Βέβαια αυτή η εξατομικευμένη θέαση ίσως αποτυγχάνει ενα συλλογικό σχόλιο πάνω στην χυδαιότητα του πολέμου, η οποία ωστόσο αποτυπώνεται με σκηνές που σαν πραγματικές βόμβες εκρήγνυνται μέσα στο λογισμό του θεατή παραλύοντας τους συναισθηματικούς νευρώνες. Η δραματουργία δείχνει ωστόσο να τρέμει επικίνδυνα μπρος στην προσπάθεια επίτευξης μιας κάποιας ισορροπίας.


Το σκόπευτρο του τανκ, με το οποίο ταυτίζεται ο κινηματογραφικός φακός, αποτελεί ένα αριστουργηματικό εύρημα. Το σκόπευτρο αντικαθιστά την όραση. Τα μάτια δεν είναι η πύλη μέσω της οποίας εισβάλλουν ακέραια εντός μας οι εικόνες, όπως λέγεται. Τα μάτια είναι οι προβολές της ιδιοσυγκρασιακής μας ψυχοσύνθεσης και των ταυτολογικών μας ιδεονοήματων πάνω στα θεάμενα αντικείμενα. Με αυτό το σκεπτικό, το σκόπευτρο που αντικαθιστά την ανθρώπινη όραση προσφέρει και μια άλλη θέαση στη ματιά του στρατιώτη. Όπου πάνω στα προβαλλόμενα αντικείμενα αντανακλάται η αισχρότητα του πολέμου, η αγωνία της επιβίωσης και το αιματηρό μένος της αποστολής. Το δάνειο της όρασης ξεπληρώνεται με την ανάλογη πνευματική διάβρωση. Με μια στρατόκαυλη παιδεία που νοικιάζει σώματα στρατιωτών για να επιβληθεί μες στα πυρά του παραλογισμού.


Όπως προείπαμε, είναι ενα μεγάλο ρίσκο αυτό που παίρνει ο Samuel Maoz να αναπαραστήσει τον πόλεμο αποκλειστικά μέσα απ' το εσωτερικό ενος άρματος. Συγκεκριμένα, το τανκ παρουσιάζεται ως αυτόνομος οργανισμός. Πηχτό αίμα κυλάει στα τοιχώματα του. Αέρας τρεμάμενος, μπουρδουκλωμένος και χαοτικός, εκπνέεται απ' τα ασύμβατα στόμια των στρατιωτών. Για να γίνει όλος, ο άρρυθμος αέρας του τανκ. Οι επιμέρους προσωπικότητες των "αναβατών" συνθέτουν το σχιζοφρενή χαρακτήρα του. Μια σχιζοφρένεια που ποτίζεται στη συνέχεια στις αρτηρίες των εξατομικευμένων οργανισμών που το συνθέτουν.

Κατά τα λοιπά, στις αρχικές κυρίως σεκάνς, θα δούμε μια στοχοποίηση του δυτικού πολιτισμού και της συνενοχής του στην τέλεση του πολέμου. Τα ταξίδια αναψυχής για τον μέσο άνθρωπο είναι η μόνη ανέπαφη οδός επικοινωνίας μ' έναν τόπο. Παραγνωρίζοντας την ευθύνη του στην παγκοσμιότητα και τον τρόπο που αυτή "κυβερνάται". Ενώ ακόμα μια στιβαρή σάτιρα εξαπολύεται και προς την οπορτουνιστική μετάλλαξη των όρων και των εννοιών. Με τα βλήματα φωσφόρου να αποκαλούνται χαρακτηριστικά φλεγόμενος καπνός, εξυπηρετώντας τα σχέδια των πολεμικών (και πολιτικών σε ευρύτερο πλαίσιο θα έλεγα εγώ) σκοπιμοτήτων.


Όλα αυτά τα παρακολουθούμε υπό την νατουραλιστική μπαρουτοσκονισμένη φωτογραφία του Giora Bejach. Για να καταλήξουμε σε μια εικόνα υπέρογκης ποίησης. Ποίησης θανάτου. Ηλιοτρόπια που 'χάσαν κάθε ελπίδα. Ο ήλιος πάνω τους, νεκρός. Σαν τα μαραμένα σώματα τους. Γιατί να τον κοιτάξουν; Ποια ζωή να θρέψουν; Κεφάλια σκυφτά καρτερικά πάνω απ' το μνήμα της καταδίκης τους. Μια ποιητική-συμβολική εικόνα που είχα πολύ καιρό να δω στο σινεμά!


Βαθμολογία: 8/10



Politist, adj. (Αστυνομία, Ταυτότητα)

Σκηνοθεσία: Corneliu Porumboiu
Παραγωγής: Romania / 2009
Διάρκεια: 115'



"Η Αστυνομία έφτασε να εκπροσωπεί ό,τι χολεριασμένο και άρρωστο κρύβει βαθιά του ο άνθρωπος, για να προστατέψει μ' έναν ακάθαρτο μανδύα τις έννοιες έθνος, πατρίδα, σπίτι, εκκλησία, κράτος και οικογένεια. Έννοιες ιερές που έγιναν πανάθλιες απ όσους ανέλαβαν με αυθαιρεσία ανάξια να τις φρουρήσουν", έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις.

Και με γνώμονα το παραπάνω ο Corneliu Porumboiu εξαπολύει μια οξεία κριτική στη χώρα του. Στην ταλαιπωρημένη από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα Ρουμανία. Και στην τρομακτική ενσωμάτωση των ιδεών τους στη διακορευμένη συνείδηση του μέσου ανθρώπου. Ενα εμβαθές φιλοσοφικό δοκίμιο στη σχέση νόμος-άνθρωπος. Αλλά και μεμονωμένα πάνω στο νόμο, ο οποίος λειτουργεί ως περιοριστικός τροχονόμος εντός του ανθρώπινου κειμένου. Στο προσκήνιο και η νοσηρή εξουσιολαγνεία. Καθώς και η ατομική πνευματική διάλυση, διαβρωμένη εντός του εφησυχασμένου Θεού του κατεστημένου, της συνήθειας και του πρέπει.


Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ένας απλός αστυνομικός, ο Κρίστι, αψηφά διαταγές ανωτέρων, αρνούμενος να καταδικάσει σε επταετή φυλάκιση εναν ανήλικο έφηβο για χρήση ινδικής κάνναβης. Καθώς δεν επιθυμεί να διαλύσει τη ζωή του νέου για έναν "άδικο" νόμο, που πιστεύει κιόλας ότι βάσει των Ευρωπαϊκών δεδομένων θα αναθεωρηθεί. Η στάση αυτή τον φέρνει σε σύγκρουση με τα ηγετικά γρανάζια της αστυνομίας. Και ο Porumboiu δε χάνει την ευκαιρία σε αργά πλάνα να μας παρουσιάσει μια εκτενή μελέτη για τα γρανάζια λειτουργίας του εκτελεστικού και του νομοθετικού σώματος.

Με το "A fost sau n-a fost?" μας είχε προειδοποιήσει, τώρα με το "Αστυνομία, Ταυτότητα" μας υποχρεώνει να υποκλιθούμε στο ιδιότυπο σινεμά του. Ο λόγος για τον Corneliu Porumboiu! Ενα σινεμά με ταυτότητα. Η κινηματογράφηση του τελείται με μακρά στατικά πλάνα. Μια ανεπαίσθητη αστάθεια της μηχανής λήψης σε συνδυασμό με την υπόγεια ένταση που βρέχει τα φαινομενικά άνευ δράσης κάδρα, δημιουργούν μια στοιχειωτική ατμόσφαιρα. Μια ατμόσφαιρα έτοιμη να εκραγεί και να απελευθερώσει με ριπές πύου τη μολυσματική αλήθεια της ιστορίας.


Και για να μιλάμε κινηματογραφικά ο Corneliu Porumboiu επιτυγχάνει σχεδόν κάτι ακατόρθωτο. Γυρίζει στους ασφυκτικούς από αποξένωση δρόμους του Brasov με μια ελαφριά ανοδική κλίση στην κάμερα. Έτσι που τα κάγκελα, οι φράχτες κλπ των σπιτιών αποκτούν μια επιβλητική διάσταση, ως φρούρια. Δεν υπάρχει φυγόκεντρο σημείο για την όραση εντός των κάδρων. Και έτσι δημιουργείται μια αποπνικτική ασφυξία. Το εξωτερικό των δρόμων μοιάζει με περιφραγμένο οίκημα, ενώ το εσωτερικό των σπιτιών ανασημασιοδοτείται ως το εξωτερικό που εκτείνεται πέρα απ' τους περιφραγμένους δρόμους. Το μέσα και το έξω ανασημασιοδοτείται σύμφωνα με το εφαρμόσιμο του νόμου. Και η προσωπική ζωή των σπιτιών ασφαλώς και οριοθετείται ως το εξωτερικό, αυτό που δεν ελέγχεται. Με ανάλογο τρόπο ο σημαντικός πλέον Ρουμάνος σκηνοθέτης χειρίζεται και ορισμένα αντικείμενα. Με προφανέστερο παράδειγμα τα κάγκελα του σχολίου, που ορίζουν δυο "αναποδογυρισμένα" επίπεδα.

Ο Porumboiu θα παραχωρήσει και μια ξέφρενη σάτιρα στην (αντι)διαλεκτική των ολοκληρωτικών καθεστώτων. Καυτηριάζοντας τον κλινικό τρόπο με τον οποίο αγγίζονται οι λέξεις μέσα σ' ένα πλαίσιο αδιαμφισβήτητων και νεκρικά ανέγγιχτων παραδοχών. Ο Νίτσε έλεγε, "Παντού όπου οι πανάρχαιοι άνθρωποι έπλαθαν µια λέξη, πίστευαν πως είχαν ανακαλύψει κάτι. Πόσο διαφορετική ήταν η αλήθεια! Είχαν αγγίξει ένα πρόβληµα και πιστεύοντας ότι το έλυσαν όρθωναν ενα εµπόδιο στη λύση του. Τώρα για κάθε γνώση αναγκαστικά σκοντάφτει κανείς σε πέτρινες, πεθαµένες λέξεις κι επάνω εκεί µάλλον το πόδι σπάει παρά η λέξη". Τονίζοντας την παραπλανητική δύναμη της γλώσσας. Όπου οι αυστηρών καθορισμένων δυνατοτήτων λέξεις περισσότερο αποτελούν το οδόφραγμα παρά το δρόμο για την α-καθόριστη επικοινωνία.


Και κάπου εκεί, στο απολαυστικό φινάλε, ο σαρκαστικός Porumboiu εισάγει ως δραματουργικό τέχνασμα το λεξικό. Αν οι λέξεις ήταν άνθρωποι το λεξικό θα 'ταν ότι είναι για εμάς ο νόμος. Καθώς το λεξικό επιτρέπει στις λέξεις να υπάρχουν μόνο κάτω από ένα συγκεκριμένο νοηματικό πρίσμα, υπαγορεύει απαρέγκλιτα τη συμπεριφορά τους και κυριότερα απαγορεύει την ανασημασιοδότησή τους. Όπως ακριβώς και ο νόμος στέκει ρυθμιστής της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Αποτρέποντας στον άνθρωπο να υπάρξει ελεύθερος και δίχως όρια. Και κυρίως απαγορεύοντας το διαρκές ανασημασιοδόχο ταξίδι της πολιτισμικής μας ταυτότητας, μέσα από την ανεμπόδιστη εξερεύνηση του βαθύτερου είναι. Το νόμιμο και το παράνομο είναι μόνο τα δεσμά. Στη σκέψη. Τα πλευρικά όρια στο χάρτη.

Για να κλείσουμε, ειδικής μνείας χρήζουν και οι σκηνές "οικογενειακής ξεγνοιασιάς". Η υπόσταση του διαλόγου, αλλά και μικρές αντιθέσεις που συμβαίνουν στο σπίτι του πρωταγωνιστή θα δώσουν στο θεατή τα εργαλεία για να ξεκλειδώσει αυτό το φιλοσοφικό δοκίμιο. Που πέρα απ' το νόμο, πέρα απ' το ποιόν και τον τρόπο της εκτελεστικής εξουσίας, εναντιώνεται στο μέσο άνθρωπο και στην έλλειψη πνευματικότητας του να αντισταθεί στα ατσάλινα δεσμά. Δεσμά στα οποία υποκύπτει με ελεεινή ανοχή και φυσικότητα. Άνθρωποι-λέξεις νεκρικά παραδομένες στο Θεό-ηδονιστή-ρυθμιστή λεξικό τους.


Βαθμολογία: 9,5/10



Saturday, January 23, 2010

Where the Wild Things Are (Στη Χώρα των Μαγικών Πλασμάτων)

Σκηνοθεσία: Spike Jonze
Παραγωγής: Usa / 2009
Διάρκεια: 101'





Ο Spike Jonze επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη μετά το "Adaptation", διασκευάζοντας το ομότιτλο παιδικό βιβλίο σαρανταετίας του Maurice Sendak. Η ταινία εκτείνεται στο genre της παιδικής φαντασίας. Το Wild του τίτλου, αλλά και η υπόθεση, ίσως να σας παραπέμπει σε σκοτεινές ταινίες του είδους, όπως ο "Λαβύρινθος του Πάνα". Ωστόσο κάτι τέτοιο είναι εντελώς άστοχο. Αν θα επιθυμούσαμε να κάνουμε κάποιες αναφορές-συσχετισμούς, αυτοί θα ήταν πιο ταιριαστοί με ταινίες όπως το "Bridge to Terabithia" ή το κλασσικότατο "The Wizard of Oz".


Η ιστορία είναι πολυειπωμένη και πολυειδωμένη στο cinema. Αξιοποιεί το εύρημα μιας εναλλακτικής πραγματικότητας που ξεπηδάει απ' την γοητευτική φαντασία ενός πιτσιρίκου. Για την ακρίβεια, ο 9χρονός Max βουλιάζει στον τυπικό πλέον τρόπο ζωής της σύγχρονης πόλης. Η αδερφή του τον παραμελεί, όντας αφοσιωμένη στην teenage ιδέα του cool. Η μητέρα, παρά τις ευδιόρατες προθέσεις άσκησης των κηδεμονικών δικαιωμάτων, είναι αποπνικτικά πιεσμένη στο ανθρωποφάγο εργασιακό γίγνεσθαι. Ενώ πατέρας δεν υπάρχει, είναι της μόδας τα διαζύγια. Όλα αυτά, κάπως άγαρμπα σκηνοθετημένα είναι η αλήθεια, τρέφουν τον Max με τα αρνητικά συναισθήματα της αποξένωσης και της μοναξιάς. Η συναισθηματική καταπίεση τον εξωθεί μακριά απ' τον αδιεξοδικό τρόπο ζήσης της πόλης και της οικογένειας. Και με τη φαντασία στα κουπιά του και την επιθυμία ενος άλλου τόπου στα πανιά του, καταφτάνει σ' έναν αλλόκοτο κόσμο που κατοικείται από γιγάντια, και σε γενικές γραμμές άκακα, τέρατα.


Τα αγαθά τέρατα, 7 στον αριθμό, μιλούν με φωνές επωνύμων όπως ο Paul Dano, ο Forest Whitaker, η Catherine O'Hara κ.α. Διαφέρουν μορφολογικά αλλά και χαρακτηρολογικά, παρουσιάζοντας έτσι μια ποικιλόμορφη κοινωνία τόσο ως προς τα εσωτερικά χαρακτηριστικά της όσο και ως προς τα εξωτερικά. Μια κοινωνία που είναι καταδικασμένη να βασιλεύεται απ' τον Max. Ο Spike Jonze σκηνοθετεί με όπλο τη γοητεία της παιδικής ανάμνησης. Και αυθόρμητα μας μεταφέρει στις συναισθηματικές μεταπτώσεις των ανέμελης παιδικότητας επεισοδίων του. Επεισοδίων που ξεχειλίζουν από στοιχεία ψυχογραφικού και χαρακτηρολογικού ενδιαφέροντος.


Στη συνέχεια όμως, θα παρουσιάσω μια πιο προχωρημένη αποδόμηση της ταινίας. Όλος αυτός ο κόσμος είναι ένας τόπος δημιουργημένος από τη φαντασία του Max. Οι "συναισθηματικές" μεταπτώσεις του τόπου βρίσκονται σε πλήρη σύνδεση με τον Max. Η αναστάτωση, η γαλήνη και η ευημερία εξαρτώνται αποκλειστικά απ' τον τρόπο που ο Max διοικεί τα καλοκάγαθα τέρατα. Τα πλάσματα όμως αυτά, ως στοιχεία του φανταστικού τόπου, είναι τα επινοήματα του νεαρού πρωταγωνιστή, δεν είναι αυτόνομες εξωτερικές υπάρξεις. Είναι οι ενδότερες αντανακλάσεις και το πλήθος των εσωτερικών ετερωνύμων του Max. Και το μορφολογικό εύρος τους, εσωτερικά και εξωτερικά, μας αποκαλύπτει το εύρος των πτυχών του εαυτού του ιδιοκτήτη τους, του πνευματικού πατέρα ολόκληρου αυτού του κόσμου. Έτσι, η πολυπόθητη ευημερία του τόπου αναφέρεται ουσιαστικά στην εσωτερική γαλήνη του Max (και του κάθε Max!), που προκύπτει αποκλειστικά απ' την επίτευξη, ή μη, της εσωτερικής ισορροπίας ανάμεσα σ' ένα πλήθος ετερόκλητων εαυτών.

Ανεξάρτητα από την επιτυχία ή την αποτυχία του εγχειρήματος της βασιλείας του Max, αυτός επιστρέφει σοφότερος. Με τη σοφία που προσθέτει κάθε ταξίδι, φανταστικό ή πραγματικό, αν το βιώνεις βαθιά και συνειδησιακά. Μαζί του, και εμείς ωριμότεροι...


Βαθμολογία: 6/10



Tuesday, January 19, 2010

Avatar

19.1.10 update
kioy posted:


Σκηνοθεσία: James Cameron
Παραγωγής: USA / UK / 2009
Διάρκεια: 162'




Ο Jake Sully (Sam Worthington), ενας πρώην πεζοναύτης με κινητική αναπηρία, ενσωματώνεται στον πλανήτη Pandora όπου το ανθρώπινο είδος βρίσκεται σε μια ιμπεριαλιστική αποστολή. Όλα αυτά τοποθετούνται στα μέσα του 22ου αιώνα. Ο Jake Sully βρίσκεται στο "ανάμεσα" δύο κόσμων: αυτού των ανθρώπων και αυτού των αυτόχθονων εξωγήινων. Σύντομα θα γοητευθεί από μια εξωγήινη κοπέλα αλλά και από την ουμανιστική, φυσιολατρική και πνευματώδη κουλτούρα του πολιτισμού τους και θα πολεμήσει στο πλευρό τους κατά των κτηνωδών επεκτατικών σχεδίων των ανθρώπων.


Λοιπόν κατ' αρχάς να σας εξομολογηθώ πως το παρόν κείμενο δεν θα καταπιαστεί επιμεριστικά με το τεχνολογικό κομμάτι, αλλά με την ταινία στην ολότητα της. Ενώ επίσης θα παρακινούσα τους φανατικούς θαυμαστές του "Avatar" να το παρακολουθήσουν και στη δυσδιάστατη εκδοχή του. Όχι, δε υποτιμώ την τεχνογνωσία του James Cameron ο οποίος μας ξενάγησε με αξιοπρέπεια στην τρίτη διάσταση, ούτε αγνοώ πως η ταινία προορίζεται αποκλειστικά για την τρισδιάστατη αίθουσα. Αλλά μια ταινία υπάρχει ως ολότητα, ως ενα σύνολο. Και καλό θα ήταν να κρατήσουμε αποστάσεις από το πρωτοφανές βίωμα του εντυπωσιασμού που μπορεί να επιφέρει μια μεμονωμένη πτυχή της ταινίας, θολώνοντας έτσι τη συνολική κρίση μας. Στον κινηματογράφο του 21ου αιώνα δε νοείται φόρμα για τη φόρμα: δεν ασχολούμαστε πλέον με το αν ενας σκηνοθέτης γυρνάει σε 16mm, 35mm, με high definition, με τεχνική στοπ καρέ ή με picture motion. Δεν ενδιαφερόμαστε ούτε για το μοντάζ εξατομικευμένα, ούτε για το αν η φωτογραφία είναι έγχρωμη ή ασπρόμαυρη. Αντιθέτως, όλα τα παραπάνω και όλες οι αισθητικές επιλογές "εξετάζονται" στο μέτρο που εξυπηρετούν το περιεχόμενο και το ευρύτερο αισθητικό πνεύμα της ταινίας.


Και σ' αυτό το σημείο θα 'θελά να θέσω το ερώτημα: κατά πόσο αυτή η techno-freak (φόρμα) οπτική άπτεται στο DNA της ταινίας. Προφανώς το 3D είναι μια τεχνική που συμβαδίζει με μια φουτουριστική περιγραφή του ανθρώπινου είδους. Είναι όμως εξίσου κατάλληλο για την περιγραφή του "οπισθοδρομικού" αυτόχθωνος πολιτισμού της ταινίας; Ενος πολιτισμού που θεμελιώνεται σε μια βαθέως εσωτερική και πνευματική διαλογική διάσταση, στη σχέση του ανθρώπου με τη Φύση και στις αγνές δομές της πρωτογενούς κοινωνίας και της συλλογικότητας; Η απάντηση ασφαλώς και είναι αρνητική. Η τεχνολογία, δομικά και μόνο, ως το μοντέλο που υλοποιείται απ' το δίπτυχο χρήστης-διεπαφή, αποτελεί μέσο αποξένωσης. Τοποθετώντας το άτομο σ' ένα εξωτερικό λειτουργικό περιβάλλον. Σε αυτή τη βάση, το "υπερηχητικό" 3D μοιάζει τουλάχιστον ασύμβατο με τον χαμηλότονο ύφος του πολιτισμού του οποίου περιγράφει. Βέβαια θα ήταν κάπως άδικο να μην αναφέραμε πως παρόμοια τεχνολογική στρατηγική ακολουθούν ταινίες με πανομοιότυπο περιβάλλον (με πρόχειρο παράδειγμα το αξιοπρεπές "Apocalypto"), προσπαθώντας να εντυπωσιάσουν το αναπόφευκτα αδαές κοινό. Η μόνη ταινία που θυμάμαι αυτή τη στιγμή να ξεφεύγει αυτής της "παγίδας" είναι το "Ten Canoes".


Αλλά ας πάμε στο "Avatar". Οφείλω να ομολογήσω πως το πρώτο μισό, και κάτι ακόμα, της ταινίας είναι αξιοπερίεργα ανεκτό. Καθώς ο James Cameron μετριάζει την πλοκή και τις Αμερικάνικες φανφάρες, μένοντας σχεδόν εξ' ολοκλήρου πιστός σε μια δηλωτική περιγραφή των πολιτισμών που συγκρούονται στην ταινία. Το εκθαμβωτικά όμορφο πράσινο τοπίο του πλανήτη Pandora και η γοητευτική επιρροή του πληθυσμού του στέκονται ακρογωνιαίοι λίθοι στο χτίσιμο της ταινίας. Χωρίς σε καμία περίπτωση να μπορούμε να πούμε ότι ο James Cameron παραδίδει μαθήματα πολιτισμικής ταυτότητας. Στο αναμενόμενο κλισέ επαναπαύεται: των ιμπεριαλιστών - τεχνολογικά αλλοτριωμένων ανθρώπων και των αγνών και ανυπεράσπιστων φυσιολατρών κατοίκων του πλανήτη.


Βέβαια η ταινία αποκτάει άγρια τροπή απ' το πρώτο της κιόλας twist. Σημείο ορόσημο η στιγμή που ο Jake σπάει τις κάμερες, δηλώνοντας φανερά τη θέση του. Βυθίζοντας τη δραματουργία στους βούρκους της απλουστευμένης και εξαγριωτικά περιορισμένης Αμερικάνικης περιπέτειας. Το Καλό και το Κακό ορίζονται στρυφνά, μ' εναν άκρως υποτιμητικό τρόπο για τη νοημοσύνη μας. Τα πάντα εγκλωβίζονται στη λεπτή επιδερμίδα της επιφάνειας. Η δραματουργία εξελίσσεται σε ενα πεδίο μάχης οπου το σύμπαν συνωμοτεί για τη δικαίωση του Καλού. Νοήματα όπως η θεολογία της Φύσης (ή μήπως η φύση της Θεολογίας?) συντελούν στο παραπάνω. Το "Avatar" τελικά καταλήγει σ' ενα ασόβαρο φιλμάκι διασκεδαστικής κατανάλωσης και εκβιασμού συναισθημάτων. Το αντιιμπεριαλιστικό μήνυμα διαψεύδεται με κωμικοτραγικό τρόπο από τη δομική σύσταση του film, καθώς ο πρωταγωνιστής βαφτίζεται υπερήρωας και επανακτεί την εμπιστοσύνη των ντόπιων με μια ατάκα του τύπου: "Πάμε μια βόλτα με την Πόρσε;"

Θα 'ταν άδικο να μην αναγνωρίσουμε στο "Avatar" το τεχνολογικό επίτευγμα: να ποιήσει με αξιοπρόσεκτη ωριμότητα την τρίτη διάσταση. Και να φέρει ένα σημαντικό θέμα στο προσκήνιο: αυτό της ανασύστασης του κινηματογραφικού κάδρου. Όμως θα ήταν επίσης άδικο να μην αναφέρουμε και το κινηματογραφικό επίτευγμα: Ο James Cameron κατάφερε να κάνει χειρότερη ταινία απ' τον "Τιτανικό".


Βαθμολογία: 3/10


[Θα ήθελα ακόμα να παραθέσω το link ενός κειμένου που γράφτηκε στη blogόσφαιρα το οποίο εκφράζει αποδοτικότερα όσα ήθελα να αναφέρω: 2 in the soup]







-------------------------------------------


8.1.10 update
s_dany posted:




Αυτή είναι η μεγαλύτερη εξέλιξη που γνώρισε ο κινημ/φος στα 100 αυτά χρόνια της ζωής του και είμαστε τυχεροί που τη ζήσαμε! Η επόμενη πιθανώς να είναι τα ολογράμματα (όπως στο "Minority Report"), σε 50 με 100 χρόνια :-D

Αυτό δε σημαίνει οτι σαν ταινία το "Avatar" δε θα μπορούσε να έχει λίγο πιο πολυδιάστατο σενάριο ή οτι στα επόμενα χρόνια δε θα δούμε και τερατουργήματα σε 3D. Αλλά αυτά όλα δεν έχουν σημασία! Οι νέοι δρόμοι κινημ/φικής απόλαυσης άνοιξαν!! Και ο James Camerom ήταν αυτός ακριβώς που μπορούσε και έπρεπε να το κάνει!

Και μην ακούω χαζομάρες ή φόβους οτι θα εκλείψουν οι "κανονικές" ταινίες! Γιατί? Τόσα χρόνια έχουμε τα ειδικά εφέ και το CGI. Σταμάτησε να κάνει ταινιάρες ο Tarantino, o Aronofski και ο P.T. Anderson ή ο Trier και ο Haneke? Τα δολλάρια του Hollywood που πήγαιναν στα blockbuster θα συνεχίσουν να πηγαίνουν εκεί, απλά τώρα θα είναι 3D. Οι υπόλοιποι θα κάνουν τις ταινίες τους όπως τις έκαναν μέχρι τώρα.

Και με την πάροδο του χρόνου, η 3D τεχνολογία (όπως κάθε τεχνολογία) θα γίνει οικονομικά προσιτή. Και τότε όλοι οι κινηματογραφιστές [ακόμα και οι ημι-ερασιτέχνες, αυτοί που σήμερα μπορούν και δουλεύουν τα CGI για τις ταινίες τους στο σπίτι τους σχεδόν!] θα έχουν ενα ακόμη σπουδαίο εργαλείο για να μας μαγέψουν.

Κριτική για την ταινία εγω δε θα γράψω, αυτό θα το κάνει μάλλον ο kioy [εκτός αν τον προλάβει η clarabelle :-D]. Απλά δεν κρατιόμουν να τα γράψω αυτά, μόλις γύρισα από το σινεμά! Welcome to the new era!!!

Saturday, January 16, 2010

Black Field: a greek movie to wait for


"Black Field" ("Μαύρο Λιβάδι") directed by Vardis Marinakis


Friday, January 15, 2010

London River (Το Ποτάμι Ανάμεσα)

Σκηνοθεσία: Rachid Bouchareb
Παραγωγής: UK / France / Algeria / 2009

Διάρκεια: 87'





Πρόκειται για μια καλογυρισμένη, δραματικοποιημένη ταινία που "σκαλώνει" στο Λονδίνο του 2005, την εποχή του γνωστού τρομοκρατικού γεγονότος της 7ης Ιουλίου. Σε γενικές γραμμές υιοθετεί την λαοπλάνα θέση των ΜΜΕ περί τρομοκρατίας. Και ακολουθεί μια σχεδόν νατουραλιστική απεικόνιση ενος πανικόβλητου Λονδίνου που αναζητά ανάμεσα στους νεκρούς τα εξαφανισθέντα συγγενικά πρόσωπα.


Η ταινία θα εστιάσει στο ψυχολογικό δράμα δυο συγκεκριμένων γονέων. Της Elisabeth που έρχεται από κάποιο προάστιο της Αγγλίας για να αναζητήσει την εξαφανισμένη κόρη της. Σοκάρεται μπρος στο πρωτόγνωρο για αυτή αλλοδαπό στοιχείο της πρωτεύουσας (ξενοφοβία), καθώς και από την αποκαλυπτόμενη "ανήσυχη" ζωή της κόρης της που αποκλίνει σημαντικά από τη σφαίρα της μικροαστικής φαντασίας της. Ο έτερος γονέας είναι ένας Αφρικανός δασοκόμος, ο Ousmane, ο οποίος αναζητά ουσιαστικά ως ξένος το γιο του, καθώς έχει να τον συναντήσει 15 ολόκληρα χρόνια. Οι ζωές του Ousmane και της Elisabeth σμίγουν τυχαία, διότι όπως αποδεικνύεται τα εξαφανισμένα παιδιά τους υπήρξαν συγκάτοικοι και σύντροφοι. Και η απρόβλεπτη ένωση των γονέων, κόντρα στους αρχικούς οιωνούς, θα διαγράψει ανθρώπινες και συγκινητικές ατραπούς.


Το "London River" όμως, μέσω ενός οπτικού εξτρεμισμού προσπαθεί ματαίως να αποκρύψει τον οργανικό συντηρητισμό του. Και αυτός ο εξτρεμισμός παράσχεται απλόχερα από την τραχιά αισθητική του Λονδίνου, αλλά και απ' το σεναριακά επιτηδευμένο παρουσιαστικό του Αφρικανού πρωταγωνιστή. Το σενάριο, ένα απ' τα πολλά, δειλιάζει να αγγίξει βαθύτερα τα θέματα που ακουμπάει, ενώ ταυτόχρονα σφύζει από συναισθηματικά φτιασίδια που απευθύνονται με ανάλογη εκβιαστικότητα στο θεατή. Ωστόσο, αν ο συντηρητισμός και η σεναριακή επιτήδευση δε σ' αφορά, τότε θα "στεγνώσεις" σ' ένα άκρως συγκινητικό ανθρώπινο δράμα.


Βαθμολογία: 4,5/10



Wednesday, January 13, 2010

Hitokiri II premiere & CHAINFREE screenings +party

13.1.10
s_dany posted:




Η Κινηματογραφική Ομάδα
του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΑΣΟΕΕ)
σας προσκαλεί στην προβολή τριών ταινιών
της CHAINFREE
την Παρασκευή 15/1/10 στις 19:00
στο αμφιθέατρο Β (Πατησίων 76, κεντρικό κτίριο):

Πρεμιέρα της μεγάλου μήκους
"Hitokiri II: Road to Destiny"
(2009, Θάνος Κερμίτσης, 96min)

και προβολή των μικρού μήκους
"ΕΛΕΓΧΟΣ 2011"
(2009, Θάνος Καρβούνης & Δήμος Καπογιάννης, 4min)
και
"28 Days Before"/"28 Μέρες Πριν"
(2009, Νώντας Σαπίδης & Πόλυς Πασχαλίδης, 16min).


Θα ακολουθήσει συζήτηση με τους δημιουργούς για το guerrilla/no budget/DIY film-making και στη συνέχεια (μετά τις 21:30) party με anime και άλλες κινημ/φικές μουσικές στο bar GEO (Πατησίων 82 & Δεριγνύ).

Είσοδος ελεύθερη.
RSVP and invite your friends:
http://www.facebook.com/event.php?eid=214291783973



Οι τρεις ταινίες έχουν γίνει από τις κινημ/φικές ομάδες Underworld Films, TiiiNewzFilms και Un Frape Productions αντίστοιχα, οι οποίες βρίσκονται υπό την "ομπρέλα" της CHAINFREE δηλ. του Ελληνικού Δικτύου Ανεξάρτητων Κινηματογραφιστών.




Για τις μικρού μήκους βλέπε τα αντίστοιχα posts:
"ΕΛΕΓΧΟΣ 2011" "28 Days Before"




Σκηνοθεσία: Θάνος Κερμίτσης
Σενάριο: Θάνος Κερμίτσης, Αντώνης Κουτελιάς, Γιάννης Τζουβελέκης
Παίζουν: Αντώνης Κουτελιάς, Θάνος Κερμίτσης, Σπύρος Παπαγιάκουμος, Γιάννης Τζουβελέκης, Αντώνης Δρούλιας, Μανώλης Κερμίτσης, Γιάννης Ρουμπούλιας, Δημήτρης Λαχανοκάρδης, Παναγιώτης Μαστροκωνσταντής, Μαρίνα Μαστοράκη
Παραγωγή : Underworld Films
Διάρκεια : 96΄


Το "Hitokiri II : Road to Destiny" πρόκειται για ένα πολεμικό δράμα φαντασίας, μια ανεξάρτητη παραγωγή με budget που δεν ξεπερνά τα 1000 ευρώ. Αποτελεί sequel της ταινίας "Ηitokiri" του Θάνου Κερμίτση.

Το
"Hitokiri" ήταν μια ερασιτεχνική ταινία που εμφανίσθηκε το 2007 και αποτελούσε φόρο τιμής στα γιαπωνέζικα anime. Η ιστορία εξελίσσεται σε μία φανταστική Ιαπωνία υπο στρατιωτικό καθεστώς, οπου μια ομάδα επαναστατών αντιστέκεται. Η ταινία προβλήθηκε στο 6ο Φεστιβάλ Cult Κιν/φου τον Φεβρουάριο του 2008 στο Gagarin, μαζί με άλλες ταινίες του χώρου, ενώ τον Φεβρουάριο του 2009 έγινε αναφορά στην εκπομπή της ΕΤ3 "Cinemania" με τον Νίκο Γουλιά σε εκπομπή με θέμα τον Ελληνικό Cult Κινηματογράφο.

Αντίθετα με τον προκάτοχο της, το "Hitokiri II" δεν χαρακτηρίζεται ως ερασιτεχνική παραγωγή, μιας και οι περισσότεροι από τους συντελεστές της είναι φοιτητές κινηματογραφικών σχολών ή εργάζονται σε παρεμφερείς επαγγελματικούς τομείς του χώρου.



Περίληψη:
Έχουν περάσει 3 χρόνια απο τα γεγονότα της πρώτης ταινίας. Ο Μorinaka -πάντα με το ψεύτικο όνομα Saizo- περιπλανιέται μαζί με τον Fujita και τον Samanosuke, προσπαθώντας να ξεφύγει τόσο από τους Κυβερνητικούς όσο και απο αυτό που πραγματικά είναι: Διάδοχος του Shogun. Mια απρόσμενη συνάντηση όμως θα φέρει μια σειρά απο γεγονότα, που θα αλλάξουν για πάντα την μοίρα της χώρας. Μέσα σε όλα αυτά, ο Ginji, ο μυστηριώδης διοικητής των Κυβερνητικών, θα κάνει τα πάντα για να καταστρέψει τον Morinaka και τους συντρόφους του και να αποτρέψει μια επανάσταση...
Θα κάνει ο Μorinaka την σωστή επιλογή για να οδηγήσει τον λαό του στην ελευθερία?
Θα ακολουθήσει τον δρόμο προς το πεπρωμένο..?



Hitokiri II - Road to Destiny movie trailer



Περισσότερα για το "Hitokiri II" στο blog της Underworld Films.




-------------------------------------------


18.1.10 update
s_dany posted:




Μακάρι να είχαμε πάντα τόσο κόσμο στο αμφιθέατρο Β!

Με απόλυτη επιτυχία στέφθηκε η φιλοξενία που παρείχαμε στην CHAINFREE! Άρεσαν πολύ και οι τρεις ταινίες που προβλήθηκαν στα (κοντά στα) 100 άτομα που πέρασαν από το Β, ενώ η πλειοψηφία αυτών βρέθηκε στη συνέχεια μαζί μας και στο bar GEO.

Πάντα τέτοια!




Μέρος του cast του "Hitokiri II" με τον σκηνοθέτη της ταινίας Θάνο Κερμίτση (αριστερά)

Εκ των σκηνοθετών του "ΕΛΕΓΧΟΥ 2011" Θάνος Καρβούνης (δεξιά)


In da Club!



Το προηγούμενο βράδυ, την Πέμπτη 14/1, ο Θάνος Κερμίτσης [CHAINFREE] κα ο Νώντας Σαπίδης [Un Frape Productions] μίλησαν στην εκπομπή Laternative [καθημερινά 22:00-24:00] στον ΣΚΑΪ 100,3 για την εκδήλωση στην ΑΣΟΕΕ, τις ταινίες τους και το guerilla/no budget/DIY film-making.

Από το site του ΣΚΑΪ:
http://www.skai.gr/player/Radio/?MMID=108578 [απο το 58:40]

Ή απευθείας: