Saturday, August 30, 2008

American Gangster


Σκηνοθεσία: Ridley Scott
Παραγωγής: Usa / 2007
Διάρκεια: 157'




Ο Ridley Scott, μετά από μια σειρά μάλλον άτολμων και αδιάφορων ταινιών, επιστρέφει με αυτό το γκανγκστερικό δράμα για να πείσει (πρωτίστως τον εαυτό του) πως εκτός από ένας καλός επαγγελματίας και συνεργάτης των Αμερικάνικων studio, είναι και ένας αξιόλογος εν δυνάμει καλλιτέχνης.


Όλα ξεκίνησαν απ' τον σεναριογράφο Steven Zaillian, που ανακαλύπτοντας ένα άρθρο του Mark Jacobson, ανέστησε την ιστορία του μεγαλύτερου κυκλώματος ναρκωτικών στην Αμερική περί την δεκαετία του '70: όπου στην ουσία ξεσκεπάστηκε ένα τεράστιο πέπλο διαφθοράς που έκρυβε την ανάμειξη πολυάριθμων αστυνομικών (που μάλιστα βρίσκονταν στην κορυφή της πυραμίδας εξουσίας) σε καταστάσεις του "λευκού" κυκλώματος. Εμείς παρακολουθούμε τις μέρες ενός Αφροαμερικάνου που ονομάζεται Λούκας (Denzel Washington), ο οποίος εκπροσωπεί την πρόοδο, τη φιλοδοξία αλλά και τον επαγγελματισμό. Ο Λούκας, ξεκινώντας ως ένας τυπικός σοφέρ, ανεβαίνει τα σκαλιά της νύχτας και καθιερώνεται ως ο κυρίαρχος μεγαλέμπορος ναρκωτικών στη Νέα Υόρκη. Στην πορεία του υποβοηθάται, αλλά και παγιδεύεται ταυτοχρόνως, από την συνεργασία με την πολυάριθμη φαμίλια του. Σύντομα, η παρουσία του θα γίνει αντιληπτή από την αστυνομία. Ο Ρίτσι (Russell Crowe) απ' την άλλη είναι ένας τίμιος αστυνομικός (η εξαίρεση ασφαλώς) του οποίου την δράση για την πάταξη του εγκλήματος θα παρακολουθήσουμε εμείς παράλληλα.


Κατ' αρχήν, με αφορμή αυτήν την ταινία, θα ήθελα να σχολιάσω την πολλές φορές εξαναγκαστική τακτική ταινιών να αναφέρουν πως βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα (δεν αναφέρομαι συγκεκριμένα στο American Gangster). Οι ταινίες σε όλες τις περιπτώσεις αποτελούν την αντανάκλαση ή καλύτερα την κατασκευή μιας κάποιας πραγματικότητας. Είναι πασιφανές πως δε μπορούμε να μιλήσουμε για αυτούσια πραγματικότητα σε μια ταινία, καθώς παρεμβάλλεται η "τεχνητή" και πολυδιάστατη κινηματογραφική διαδικασία. Όμως, όσον αφορά τον ρεαλισμό, μια δημιουργία έχει την "υποχρέωση" να μπορεί δυνητικά να αποτελέσει κομμάτι του υπαρκτού κόσμου. Έτσι, η τακτική-επιλογή ταινιών να διατυμπανίζουν πως είναι βασισμένες σε πραγματικά γεγονότα, ως ένα βαθμό μου μοιάζει περιττή απ' τη στιγμή που οι ταινίες "υποχρεούνται" να είναι πραγματικοφανείς. Ενώ επίσης, στη χειρότερη περίπτωση, την εκλαμβάνω ως ένα εργαλείο στα χέρια κάθε σεναριογράφου για να "καπελώσει" τις αναπαραστατικές αδυναμίες ενός film και να πείσει πλαγίως το θεατή για τον φαινομενικό ρεαλισμό των πραγμάτων.

Εδώ, ο Ridley Scott κυρίως με τα αγαπημένα του κοφτά πλάνα καταφέρνει να μας μεταφέρει στην Αμερική της πολεμικής περιόδου του Βιετνάμ. Η ηθική και η πολιτική αποδιοργάνωση είναι διάχυτη παντού, ενώ η κοινωνία καταρρέει ποικιλοτρόπως. Τα πλάνα αναπαράγουν τα χρονικά ενός πολυεδρικού ξεπεσμού, ενώ ο ρυθμός που αποκτά το film χάρις την σεναριακή εξέλιξη, τη σκηνοθεσία και τη μουσική, καθιστά κάθε πλάνο ενα αλλεπάλληλο χτύπημα στην κοιλιακή χώρα. Ο κόσμος της νύχτας και των ναρκωτικών μέσα απ' τα ματιά των ρυθμιστών: ενα σύμπαν βραχνιασμένο και παραλυμένο απ' τη διαφθορά, τη στιγμή που η τραγικότητα του πολέμου αφανίζει κάθε ελπίδα. Σε αυτή την προσπάθεια του ο Ridley Scott έχει συνοδοιπόρους τους αναγνωρίσιμους πρωταγωνιστές του (Denzel Washington, Russell Crowe), που παραθέτουν μάλλον αναμενόμενες ερμηνείες.


Μιας και παραπάνω παρομοιάσαμε τις ταινίες ως κατασκευές, νομίζω πως το American Gangster επιχείρησε σαν κατασκευή να ακολουθήσει τα χνάρια του ανυπέρβλητου "Godfather": πειράζοντας ελαφρώς και αντικαθιστώντας την κλασσική Σικελική φαμίλια με την πιο άναρχη και ασυγκρότητη Αφροαμερικάνικη του πρωταγωνιστή και επιχειρώντας την μετατροπή των αστυνομικών σε πιο ζωηρές φιγούρες στη πιάτσα των δρόμων με την παράλληλη εκτόπιση των λοιπών gangsters. Εμφανής είναι και η προσπάθεια του Ridley Scott, με διαλεκτικά και σκηνοθετικά τρικ κυρίως, να βυθίσει την ταινία του στην πιάτσα της νύχτας, μια προσπάθεια που μοιάζει όμως πολύ πιεστική για να είναι αποδοτική. Ακόμα, το δημιούργημα του 70χρονού πλέον σκηνοθέτη δε μπορεί να αποδώσει το βάθος των χαρακτήρων του Godfather. Κι' αυτό γιατι εστιάζει σε λιγότερα πρόσωπα παραμελόντας χαρακτηριστικά κάποια άλλα (με χαρακτηριστικότερη περίπτωση τη γυναίκα του Λούκας), ενώ και ο Λούκας (όσο και αν θέλει ο Denzel Washington) δε μπορεί σε καμία περίπτωση να φτάσει χαρακτηρολογικά το βάθος του Κορλεόνε.


Συνοψίζοντας, το American Gangster αποτελεί μια καλή επιλογή, ιδίως αν είστε fan των ταινιών του είδους. Μα κυριότερα, αποτελεί την αξιοπρεπή επανεμφάνιση του Ridley Scott, επισημαίνοντας μας πως αν του επιτραπεί μπορεί ακόμα να φτιάξει το δικό του παιχνίδι.


Βαθμολογία: 7/10



Trailer

Thursday, August 28, 2008

Before the Devil knows you're Dead (Πριν ο Διάβολος καταλάβει οτι πέθανες)

Σκηνοθεσία: Sidney Lumet
Παραγωγής: USA / UK / 2007
Διάρκεια: 117'




"Να εύχεσαι να έχεις ζήσει μια ώρα στον παράδεισο, πριν ο Διάβολος καταλάβει ότι πέθανες". Αυτό το ρητό αντιστοιχεί στην εναρκτήρια φράση που έρχεται να ισοπεδώσει ολοκληρωτικά όποιες ελπίδες για έναν ηθικό βίο. Ο κόσμος σήμερα, δίχως εξαιρέσεις, είναι ένα ζεματιστό και κατακόκκινο καζάνι που στους ατμούς του προϊδεάζει την αιώνια Κόλαση.

Ο Sidney Lumet, στα 83 του πλέον, με γνώριμη επιθετική ματιά θα πλέξει το κατάμαυρο ομοίωμα της σημερινής πραγματικότητας. Αν ο κινηματογράφος τα τελευταία χρόνια έχει να επιδείξει δεκάδες ταινίες αμφισβήτησης και ειρωνείας πάνω στο Αμερικάνικο Όνειρο, το Before the Devil Knows You're Dead προχωράει παραπέρα. Θα κινηματογραφήσει τα απομεινάρια και τα ερείπια της ηθικά παρηκμάζουσας καθημερινότητας κατά την αιώνια πάλη για ένα κομμάτι πλαστής και επιχρυσωμένης ευτυχίας.


Ο Andy (Philip Seymour Hoffman) είναι ένας μεγαλομεσίτης που υποκύπτει σε όλες τις ατασθαλίες του πλούσιου βίου(αποξενωμένη οικογένεια, οικονομικές καταχρήσεις, αμοραλισμός, ανασφάλεια, ανάγκη τεχνητών παραδείσων) και αδερφός του Hank (Ethan Hawke). Ο Hank είναι ένας αδύναμος άντρας καταδικασμένος να πληρώνει τα λάθη των προσωπικών του επιλογών(άστοχος γάμος, επαγγελματικές δυσκαμψίες). Και οι δύο βρίσκονται σε ηλικία που δεν τους επιτρέπει να ροκανίζουν το πλούσιο μεν οικογενειακό κομπόδεμα, έτσι ο Andy σχεδιάζει μια "βέβαιη" ληστεία στο οικογενειακό κοσμηματοπωλείο. Όμως η ατολμία και η αναποφασιστικότητα του Hank κατά τη διάρκεια αυτής, στερεί έμμεσα τη ζωή απ' τη μητέρα τους. Ο πατέρας Charles(Albert Finney), μια ενηλικιωμένη ξεπατικοτούρα του Andy, μη αντέχοντας τη συζυγική απώλεια αναλαμβάνει προσωπικώς να εξιχνιάσει το μυστήριο της δολοφονίας. Η αρχική και μόνο κατά τα φαινόμενα υγιής εικόνα της οικογένειας καταστρατηγείται, και αποτυπώνεται θεσμικά ως βασικός υπαίτιος του κοινωνικού ξεπεσμού.

Ο Sidney Lumet εγκαταλείπει εξ' αρχής την γραμμική αφήγηση. Αντίθετα, εναλλάσσοντας τους κεντρικούς άξονες διηγείται την ιστορία με χρονικά πισωγυρίσματα που έχουν ως σημείο αναφοράς κάθε φορά ένα διαφορετικό πρόσωπο. Η μοντέρνα σκηνοθεσία δίνει ρυθμό στο φιλμικό χρόνο με ταχέως μεταβαλλόμενα κάδρα, με ανατρεπτικές οριζόντιες και κάθετες θεματικά αλλαγές, με την χρήση αρνητικών και ανατρεπτικών γωνιών λήψης. Τα παραπάνω στοιχεία συνθέτουν το δυναμικό περιβάλλον της ταινίας που αναπόφευκτα και λογικά επισύρει κάποιες αδυναμίες. Οι ήρωες, δεδομένης και της προσέγγισης βρίσκονται σε πρώτο πλάνο, και αυτό το οικογενειακό δράμα καθώς εξελίσσεται μας παραπέμπει όλο και περισσότερο στην αρχαία Ελληνική τραγωδία.


Αλλά ας μιλήσουμε λίγο για τα πρόσωπα. Ο Andy αντιπροσωπεύει τον πετυχημένο μεσοαστό που έχει αναρριχηθεί στην κορυφή της εργασιακής πυραμίδας. Μόνο που αυτή η επιτυχία βρίσκεται σε ολική αντιδιαστολή με τα προσωπικά του συναισθήματα. Πίσω από την επιτυχία κρύβεται μια βαριά Κεϊνική τραυματισμένη προσωπικότητα, ενώ επακόλουθο της επιτυχίας είναι η ολοκληρωτική ηθική αλλοίωση. Παρουσιάζεται ως αδίστακτος και δολοπλόκος με μοναδικό Θεό το χρήμα. Η προσωπική του ζωή έχει ανάγκη από ενέσεις που θα του επιτρέψουν να ανέχεται τον κενό εσωτερικό του κόσμο. Στα πλαίσια αυτά παρακολουθούμε την υπερπολυτελή περιουσία του(σπίτια, αυτοκίνητο κλπ), την εκθαμβωτική γυναίκα του (Marisa Tomei) η οποία έχει αποδράσει από τις σεξουαλικές φαντασιώσεις κάθε ανδρός και μάλιστα στην πιο σαρκική τους μορφή, και τέλος την περιοδική επίσκεψή του σε "πολυτελή οίκο" χορήγησης ναρκωτικών. Άραγε αυτός είναι ο επίγειος υλικός παράδεισος που οραματίζεται ο κάθε μικροαστός;


Ο Hank από την άλλη αποτελεί το ανίσχυρο πλάσμα που καλείται να επωμιστεί το βάρος της υπεραξίας του καπιταλιστικού συστήματος. Χρεωμένος ως εκεί που δεν πάει, εξαιτίας ενός ανεπιτυχή γάμου και της ανήλικης απροθυμίας να αντιμετωπίσει τις πολυάριθμες αδυναμίες του, το χρήμα φαντάζει ως μοναδικές φυσαλίδες οξυγόνου. Και σε αυτό το επίγειο σαφάρι είναι καταδικασμένος να χάσει οποιαδήποτε λογική και ηθική φρόνηση. Καθώς παρά τους αρχικούς δισταγμούς ενδίδει στο βδελυρό σχέδιο του αδερφού του, ενώ άνευ δισταγμού υποκύπτει στις "απαγορευμένες" ερωτικές επιθυμίες του.

Τέλος, ο πατέρας Charles κλείνει τον χορό των κεντρικών προσώπων σε αυτή την ιδιότυπη τραγωδία. Αυτοανακυρήσσεται τιμωρός και στρέφει όλες τις ενέργειες του στην εξιχνίαση του μυστηρίου παρά στο θρήνο της συζύγου. Η οικογενειακή θαλπωρή γρήγορα υπονομεύεται από την εγγενή ύπαρξη του κοσμηματοπωλείου. Το οποίο πλέον εκτός από πόρος παραγωγής οριοθετείται και ως βασικό αίτιο της εν βάθος αποξενωμένης οικογένειας!


Το "Before the Devil Knows You're Dead" είναι μια δυνατή και κατάμαυρη ταινία που βασίζεται σε μεγάλο μέρος, πέρα της μοντέρνας οπτικής του σκηνοθέτη, στους πρωταγωνιστές του. Ωστόσο οι ήρωες, περισσότερο για τις ανάγκες του σεναρίου και λιγότερο για το παιχνίδι των εντυπώσεων, τοποθετούνται σε μια μεταρεαλιστική βάση. Ο Sidney Lumet υπονομεύοντας τόσο τα δημιουργήματα τους όσο και τον σύγχρονο κόσμο ευρύτερα είναι σαν να λέει: "Η Κόλαση σε περιμένει! Μην τρέφεις αυταπάτες διαφυγής. Ο Διάβολος, περισσότερο απ' οπουδήποτε αλλού, βρίσκεται μέσα σου...".


Βαθμολογία: 7,5/10


Trailer

Tuesday, August 26, 2008

Tanin no kao (Το Πρόσωπο Ενός Άλλου)


Σκηνοθεσία: Hiroshi Teshigahara
Παραγωγής: Japan / 1966
Διάρκεια: 122'




Τo "Πρόσωπο Ενός Άλλου" αποτελεί την τρίτη ταινία που παρακολουθήσαμε στα πλαίσια του αφιερώματος της New Star στον σπουδαίο Hiroshi Teshigahara. Πρόκειται ίσως για την πιο αφηγηματική και πιο διαλεκτική από αυτές που προηγήθηκαν ("Otoshiana", "Suna no onna") χωρίς ωστόσο να αντιβαίνει στις κινηματογραφικές αρχές του μεγάλου σκηνοθέτη. Για αυτόν το cinema είναι μια εικονοπλαστική διαδικασία, που παλεύει να καταγράψει τις ακαθόριστες ψυχολογικές διαστάσεις των ηρώων, οι οποίοι πάντα κινούνται σε μια επιβεβλημένη κοινωνική πραγματικότητα. Για εμάς το cinema του, είναι απλά μια μαγική και κορυφωτική εμπειρία.


Ο Okuyama τραυματίζει ανεξίτηλα το πρόσωπο του κατά τη διάρκεια ενός εργατικού ατυχήματος. Καλύπτει τις πληγές του κάτω από μια παχιά στρώση επιδέσμων, χάνοντας σταδιακά την αυτοεκτίμηση και την αυτοαποδοχή του, ενώ παράλληλα το προσωπικό του περιβάλλον, με αποκορύφωμα την γυναίκα του, παρά τις επίμονες προσπάθειες δεν μπορεί να κρύψει την αμηχανία του. Ο Okuyama θα ζητήσει από έναν ματαιόδοξο ψυχίατρο μια νέα ταυτότητα, συγκεκριμένα μια μάσκα, που θα επιτρέψει την επανεμφάνιση του στην κοινωνία και την επιδιόρθωση της εμφάνισης του στον καθρέφτη της σακατεμένης ψυχής του.

Ο Hiroshi Teshigahara θα χειριστεί με μαεστρική ακρίβεια θέματα που σχετίζονται με την προσωπική ταυτότητα, τα κοινωνικά προσωπεία, την έλλειψη αυτοαποδοχής και την αποξένωση. Άλλα πρωτίστως, όντας πολύ μπροστά απ' τον καιρό του, θα διαβάλλει τον θεσμό της επιστήμης ως προέκταση του έκφυλου και δήθεν αναπτυσσόμενου πολιτισμού. Ο πρωταγωνιστής ψυχίατρος, μια προσωποποίηση ματαιοδοξίας, εκμεταλλευόμενος την φαινομενικά ανώτερη θέση του επιχειρεί να διαμορφώσει και να υποβάλλει τους ασθενείς του(συμπεριλαμβανομένων των θεατών) σε άνευ ηθικής πειραματισμούς. Εισβάλει για τα καλά στα έγκατα του ψυχικού τους κόσμου και επιχειρεί να γεμίσει τις "τρυπημένες" ψυχές με ψεύτικα και τεχνητά μέλη. Δεν βρίσκεται εκεί για να επουλώσει τις πληγές, αλλά για να εμφυσήσει τεχνητές ανάγκες, για να απομακρύνει τα άτομα από την αληθινή και μοναδική τους ταυτότητα και για να ελέγξει και να κυριαρχήσει επί των πάντων. Όπως ακριβώς επιχειρούν οι σύγχρονες κοινωνίες "του πολιτισμού" να διαμορφώσουν και να ελέγξουν τις ανάγκες των ανθρώπων...


Από την άλλη, τα άτομα μη αποδέχοντας την πραγματική τους μορφή αναζητούν σε κάλπικα μέσα μια νέα ταυτότητα. Κοινωνικά προσωπεία, μακιγιαρισμένες όψεις, που αφού αποξενώνονται από τον πραγματικό εαυτό τους επιβάλλουν ένα ευρύτερο κοινωνικό καθεστώς αποξένωσης. Μια προσποίηση ευτυχίας από άτομα που δεν έχουν μάθει παρά να υποκρίνονται. Και ο Hiroshi Teshigahara εγκλωβίζει τις αληθινές στιγμιαίες εκφράσεις με την καταλυτική βοήθεια της φωτογραφίας του Hiroshi Segawa. Άλλωστε, ίσως η φωτογραφία αποτελεί το μόνο μέσον που δύναται να φυλακίσει τη στιγμή. Άραγε, είναι το πρόσωπο η πόρτα για την ψυχή; Αν ναι, αυτή η εμφανισιακή αλλοίωση σίγουρα υπογραμμίζει μιαν πιο ουσιαστική, την αλλοίωση ως και την καταστροφή της ψυχικής-προσωπικής ταυτότητας.

Παρ' όλα αυτά καμία απόλυτη επεξήγηση-ανάγνωση αυτής της ταινίας δεν είναι εφικτή. Ο Ιάπωνας σκηνοθέτης γεμίζει με πολυάριθμους συμβολισμούς και καλολογικά σουρεαλιστικά στοιχεία την αφήγηση που στοιχειώνει τη θέαση του κοινού. Παράλληλα και εντελώς αυτόνομα με την κεντρική ιστορία ξεναγούμαστε σε μια άλλη και ακαθόριστη ιστορία σπάνιας και άγριας ομορφιάς. Μακρυά από τα πιεστικά σκηνικά της πόλης, σε άπταιστου εικαστικά επιπέδου τοπία παρακολουθούμε τραυματισμένους ανθρώπους σωματικά και ψυχικά. Που παρά την φαινομενικά υποδεέστερη θέση τους αναβλύζουν ένα σπάνιο αίσθημα ολοκλήρωσης μέσα από την βαθύτερη αποδοχή της όποιας τραυματισμένης φύσης τους και κατ' επέκτασιν του εαυτού τους. Όλα αυτά εξελίσσονται με όχημα τις ονειρικές σκηνές-σεκάνς που μέσα από την ποιητική μορφή και την υψηλή αισθητική τους στοιχειώνουν για πολύ καιρό την σκέψη του θεατή.


Τελικά ποιος κερδίζει την παρτίδα της επιβολής σε αυτό το ιδιότυπο παιχνίδι μεταξύ ψυχής και προσώπου; Και οι δυο ιστορίες, περισσότερο γεννώντας ερωτήματα παρά δίνοντας ξεκάθαρες απαντήσεις, οδηγούνται σταδιακά στη λυτρωτήρια έξοδο. Η σκηνοθετική ματιά του Teshighahara δίνει ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον στο σπουδαίο σενάριο του Kôbô Abe. Μια μοντέρνα οπτική σημαδευμένη με γκρο πλάνα, με περίτολμες φωτοσκιάσεις, ακανόνιστες γωνίες λήψεις και μια εξαιρετική και αποδοτική σκηνογραφία. Σε όλα αυτά προστίθεται και το μεγαλειώδες soundtrack του Tôru Takemitsu, που αφήνει για λίγο τους σαγηνευτικούς απόκοσμους ήχους που μας είχε συνηθίσει.

Το Tanin no kao είναι μια από τις σπουδαιότερες ταινίες του Hiroshi Teshigahara. Όπου για άλλη μια φορά το πάντρεμα σουρεαλιστικών στοιχείων και συμβολισμών σε ένα τόσο ρεαλιστικό πορτραίτο υπογράφουν ένα μαγικό αποτέλεσμα!


Βαθμολογία: 10/10


Friday, August 15, 2008

Otoshiana (Ο Λάκκος)


Σκηνοθεσία: Hiroshi Teshigahara
Παραγωγής: Japan / 1962
Διάρκεια: 97'




Ο Hiroshi Teshigahara στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο, που αποτελεί και το πρώτο μέρος της επιτυχημένης συνεργασίας του με τον σπουδαίο βιβλιογράφο Kôbô Abe, θα κινηματογραφήσει μια εκπληκτική ταινία που αναδεικνύει την καλλιτεχνική ευρωστία του μεγάλου Ιάπωνα σκηνοθέτη. Ο επίσης ζωγράφος Hiroshi Teshigahara θα κατασκευάσει αδιαμφισβήτητου κάλλους σκηνές που αποτυπώνουν με γλυπτική ακρίβεια τις αχανείς ανοικοδόμητες Γιαπωνέζικες εκτάσεις.

Στο Otoshiana ο θεατής θα πέσει εξ' αρχής σε έναν "Λάκκο" γεμισμένο με συμβολισμούς και αμφισημίες. Γεγονός που δίνει μια σουρεαλιστική και αλληγορική χροιά στην ταινία, που όμως ταυτόχρονα λειτουργεί σαν ενα ρεαλιστικό πορτραίτο των απάνθρωπων εργασιακών συνθηκών της μεταπολεμικής Ιαπωνίας. Συγκεκριμένα, στην πρώτη σκηνή παρακολουθούμε έναν κατατρεγμένο ανθρακωρύχο με τη συνοδεία του γιου του να εγκαταλείπουν τη σκληρή δουλειά του χωριού για μια καλύτερη (αλλά και άγνωστη) μοίρα. Οι εργάτες εμφανίζονται εξαθλιωμένοι και πλήρως υποταγμένοι στην καταπιεστική εργοδοσία, σκλάβοι των βασικών τους αναγκών. Έτσι, όταν έρχεται η προοπτική μιας καλύτερης δουλειάς, ο άπορος πατέρας ενδίδει δίχως δεύτερη σκέψη.


Μόνο που αυτή η προοπτική δεν είναι παρά μια παγίδα της εργοδοσίας με σκοπό να πλήξει ακόμα περισσότερο την εργατική τάξη τραυματίζοντας και τον θεσμό των συνδικάτων. Ο ανθρακωρύχος, πιόνι ενός καλοστημένου σχεδίου και σωσίας προέδρου συνδικάτου, θα δολοφονηθεί από μια παραδόξως ακατανόητη φυσιογνωμία. Ο Hiroshi Teshigahara μέσω ενός πλήθους αψεγάδιαστων εικαστικών στοιχείων, συμβολισμών και μυστηριακής φύσης προβληματισμών θα θέσει την ταινία του σε μια ονειρική βάση. Σε ένα ύφος που μας παραπέμπει ευθύς αμέσως στο ύστερο cinema του Tarkovsky, όντας η αυθεντία του είδους. Τα γεγονότα που ακολουθούν, με επίκεντρο μια γυναίκα μάρτυρα του προαναφερθέντος φονικού, θα περιπλέξουν την κατάσταση και θα ανασύρουν στην επιφάνεια μια κοινωνία δολοπλοκίας, διαφθοράς και ηθικού παρηκμασμού.

Μεγάλο ενδιαφέρον ενέχει και ο τρόπος που χρησιμοποιεί δραματουργικά ο Teshigahara τους νεκρούς ήρωες. Συγκεκριμένα, αυτοί εμφανίζονται με τη μορφή φαντασμάτων και συνυπάρχουν στον κόσμο των ζωντανών, όντας όμως αόρατοι για τους τελευταίους. Η λεπτή ειρωνεία είναι διάχυτη και σε συνδυασμό με τα ντοκιμαντεριστικά πλάνα προσδίδουν μια "απομυθοποιητική" αντικειμενικότητα στην υπερβατικότητα του θανάτου. Επίσης, οι μορφές των φαντασμάτων που περιτριγυρίζουν μάταια τον κόσμο των ζωντανών ζητώντας απαντήσεις σε φλεγόμενα ερωτήματα, επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα απ' τα αγαπημένα θέματα του Ιάπωνα καλλιτέχνη. Αυτό της αναζήτησης ταυτότητας, καθώς οι ήρωες αποτυπώνονται στο σύνολο τους ως χαμένα καράβια στον ωκεανό της ζωής δίχως χάρτες και πυξίδα...


Τα ερωτήματα μένουν άλυτα και ο συμπάσχων θεατής έχει εναποθέσει όλες του τις ελπίδες αποκατάστασης της τάξης και φανέρωσης της πλεκτάνης στον μικρό γιο. Ο τελευταίος, ως μια προσωποποίηση της αλήθειας, έχει παρακολουθήσει όλα τα γεγονότα με τα μάτια του. Ωστόσο οι αντιδράσεις του δεν είναι επιθυμητές. Με το ακατανόητο ψυχρό βλέμα και την απαθή παρουσία του κρύβεται πίσω από τις σκιές. Δε δείχνει κανένα ενδιαφέρον για όσα αποτρόπαια έχει παρακολουθήσει και, όντας ο ίδιος τέκνον της ανέχειας και της κοινωνικής εξαθλίωσης, θα προσπαθήσει να προσκομήσει το παραμικρό ώφελος προτού απαχωριστεί τα φονικά εδάφη. Σε ένα απαισιόδοξο και αινιγματικό σχόλιο του δημιουργού για το μέλλον, αλλά και ταυτοχρόνως μια ηχηρή επεξήγηση της κοινωνίας της εποχής του.

Ο Λάκκος είναι μια ταινία σπάνιας εικαστικής ομορφιάς. Το πλήθος των συμβολισμών είναι ικανό να θέσει τον θεατή σε έναν αέναη προβληματισμό. Και η παρακολούθηση του συνιστά την ουσιαστικότερη μας αφοσίωση στο χαρισματικό cinema του Hiroshi Teshigahara.


Βαθμολογία: 9/10


Trailer

Wednesday, August 13, 2008

Suna no onna (Γυναίκα στους Αμμόλοφους)

kioy posted:


Σκηνοθεσία: Hiroshi Teshigahara
Παραγωγής: Japan / 1964
Διάρκεια: 123'




Η κατά τεκμήριο (βραβευμένη στο φεστιβάλ των Καννών και προτεινόμενη για Oscar) πιο γνωστή ταινία του μέχρι σήμερα παραγκωνισμένου σκηνοθέτη Hiroshi Teshigahara, αποτελεί ιδανική πρόταση για μια βουτιά στον αινιγματικό κόσμο του .

Εντομολόγος βρίσκεται σε περιοχή με αμμόλοφους στα πλαίσια επιστημονικής ερευνάς. Βραδιάζει και χάνει το τελευταίο λεωφορείο και, κατόπιν προτροπών των ντόπιων, δέχεται να διανυκτερεύσει εντός του χωριού. Σύντομα θα βρεθεί στο σπιτικό μιας νεαρής και όμορφης χήρας, παγιδευμένος στον πυθμένα ενός αμμόλακου. Εξαπατημένος και θύμα των χωρικών, αναγκάζεται να σκάβει ολονυχτίς την υπέρογκη άμμο για την σωτηρία του ίδιου και του χωριού κατ' επέκτασιν. Στην ίδια απάνθρωπη μοίρα βρίσκεται και η χήρα, η οποία όμως έχει συνηθίσει-αποδεχτεί ευλαβικά τη μοίρα της.


Αυτό το κοινωνικό δράμα του Teshigahara είναι μια πολυσήμαντη ταινία πάνω στον ανθρώπινο παράγοντα. Χοντροί κόκκοι άμμου, όμοιοι με φωτογραφικούς κόκκους, γεμίζουν τα εναρκτήρια πλάνα καθώς ο πρωταγωνιστής αναρωτιέται αν η ανθρώπινη ταυτότητα καθορίζεται απλά από το διαβατήριο και τον σωρό των λοιπών γραφειοκρατικών εγγράφων. Καθ' όλη τη διάρκεια θα κυριευτούμε ως τα ενδότερα χάρις την αισθαντική και ονειρική οπτική της ταινίας, η οποία θεματικά αναπτύσσει το πώς η εξατομικευμένη ανθρώπινη ταυτότητα αλλοιώνεται και μηδενίζεται καθώς η πολυάνθρωπη κοινωνία (άμμος) σαπίζει, εκφυλίζει και κατασπαράσσει τα πάντα με το άγγιγμα της. Ο άνθρωπος παρουσιάζεται εδώ απόλυτα συνυφασμένος με την αδυναμία της ανθρώπινης φύσης του.

Ο Hiroshi Teshigahara με μια σαγηνευτική σκηνοθεσία μακρών αλλά και μοντέρνων πλάνων εικονοποιεί συναισθήματα που, συνοδευόμενα από τις ανατριχιαστικές ηχητικές αποχρώσεις του Tôru Takemitsu, εισβάλουν για τα καλά στα ενδότερα του θεατή. Το δραματουργικό περιεχόμενο της ταινίας είναι εξαιρετικά ενοποιημένο, ενώ η εξέλιξη της ιστορίας βασίζεται στην κλιμάκωση των συναισθημάτων, των στάσεων και των ιδεών, καθώς ο πρωταγωνιστής αλληλεπιδρά με τα στοιχεία του περιβάλλοντος του.


Σε συναισθηματικό επίπεδο παρατηρούμε μια μεταστροφή μεταξύ των ηρώων, καθώς η αρχική αντιπαράθεση μεταξύ του εντομολόγου και της νεαρής χήρας μεταλλάσσεται σε μια παθιασμένη ερωτική ιστορία. Τα κοντινά πλάνα του Ιάπωνα μαέστρου, σε συνδυασμό με τη φωτογραφία του Hiroshi Segawa, μετατρέπουν τα κορμιά τους σε φλογισμένα ερωτικά αντικείμενα αναδύοντας μια μεθυστική ατμόσφαιρα στο κινηματογραφικό πανί. Η ερωτική αυτή ιστορία βάλλεται να επουλώσει τις πληγές από τα ταλαιπωρημένα κορμιά και από τις βαριά τραυματισμένες ψυχές τους. Η σχέση τους περνάει από όλα τα στάδια και από το απόγειο του πάθους σταδιακά θα οδηγηθεί σε συναισθηματικό κορεσμό.

Επίσης, σε προσωπικό επίπεδο βλέπουμε τον ήρωα να μεταλλάσσεται με αργούς ρυθμούς καθώς συναναστρέφεται με την κοινωνική πραγματικότητα του χωριού. Δε μπορούμε να διακρίνουμε πάνω του κάποιο χαρακτηριστικό στοιχείο της ταυτότητας του, ενώ και το παρελθόν του δε μπορεί να παράσχει καμιά πληροφορία για αυτόν. Τη λυσσαλέα αρχική άρνηση του για την εξαθλιωτική εργασία και την αντίστασή του στην απάνθρωπη συμπεριφορά διαδέχεται ένας αχνός συμβιβασμός και μια λεπτή συγκατάβαση. Αποδέχεται σταδιακά να σκάβει τόνους άμμου για την επιβίωση του έχοντας όμως στο μυαλό του συνεχώς σχέδια απόδρασης (μια εμφανής παρομοίωση των παραμέτρων της συμμετοχής του σύγχρονου ανθρώπου στην παραγωγική διαδικασία). Για να φτάσουμε σε ένα τελικό στάδιο, που όταν δίνεται η δυνατότητα διαφυγής αυτή δεν είναι καν ποθητή, καθώς το άτομο έχει διαβρωθεί από την συνήθεια και έχει εξαπατηθεί από την προσωπική πλάνη κάποιου δήθεν "χειροπιαστού" επιτεύγματος.


Η "Γυναίκα στους Αμμόλοφους" είναι μια πολυσήμαντη και αινιγματική ταινία. Το σενάριο του Kobo Abe καταπιάνεται με δεκάδες διαχρονικά ζητήματα και ο σκηνοθέτης, για να μπορέσει να τα οπτικοποιήσει, χρησιμοποιεί τόσο τα υποκείμενα όσο και τα αντικείμενα με ταυτόσημη συμβολική μορφή. Το μεγαλύτερο συμβολικό φορτίο το φέρνει η παρουσία της άμμου. Μια παρουσία που την καθιστά πρωταγωνιστικό και αναπόσπαστο στοιχείο της ταινίας, φέροντας εις πέρας δηλώσεις που έχουν να κάνουν με τις προσωπικές φοβίες αλλά και τις επιθυμίες του καθενός στα πλαίσια μιας ευρύτερης κοινωνικοποίησης. Τα πρόσωπα επίσης φέρουν διπλό ρόλο: εκτός από την φυσική τους παρουσία καλούνται μέσω μιας δυσδιάκριτης συμβολικότητας να ανασύρουν στην επιφάνεια διάφορα στοιχεία. Αποκορύφωμα αποτελεί η νεαρά χήρα, που ως μεταφυσική ενσάρκωση του συντηρητισμού, λειτουργεί ως κινητήριος μοχλός στην παραπλάνηση του εντομολόγου. Όπως και οι "εξουσιαστές" του χωριού, που με εμφανή παραπομπή στις Διονυσιακές εκδηλώσεις λατρείας, φανερώνουν την έκφυλη και ανήθικη απόχρωση της πολιτικής οντότητας.


Με την παρακολούθηση του "Γυναίκα στους Αμμόλοφους" είμαστε έτοιμοι να βυθιστούμε στο αινιγματικό και γοητευτικό σύμπαν που φτιάχνει ο Ιάπωνας καλλιτέχνης. Εκεί όπου ο προβληματισμός και η κάθαρση αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της δημιουργίας.


Βαθμολογία: 10/10


Film scene




s_dany added:

Original Japanese trailer

Monday, August 11, 2008

The Dark Knight (Ο Σκοτεινός Ιππότης)


Σκηνοθεσία: Christopher Nolan
Παραγωγής: USA / 2008
Διάρκεια: 152'




Αν και μέχρι σήμερα ο Tim Burton με την γοτθική του χροιά ήταν ο μόνος που με ανάγκασε να κοιτάξω με ενδιαφέρον τον μύθο του Batman, δηλώνω πως ο Nolan, παρά τους αρχικούς αδικαιολόγητους δισταγμούς μου, με τον "Σκοτεινό Ιππότη" κερδίζει όποια σύγκριση με τις προγενέστερες μεταφορές. Και αυτό διότι ο Λονδρέζος σκηνοθέτης θα διαλύσει την πλαστική εικόνα που είχαμε για τον υπερήρωα και θα διηγηθεί τον μύθο του σε συνθήκες πραγματικότητας βουτηγμένες στο πιο μαύρο μοτίβο, στον πιο σκοτεινό εφιάλτη.


Η Gotham City πιο μαύρη από ποτέ. Μια πόλη που βράζει από την ανεξέλεγκτη δράση των κακοποιών. Ο Batman, εξακολουθώντας να δρα ανώνυμα και παρασκηνιακά, δεν μπορεί πια να ελέγξει το έγκλημα. Αντίθετα εξοργίζει τους εγκληματίες και πυροκροτεί θανάσιμες εξελίξεις για διάφορους τοπικούς άρχοντες, προκαλώντας ταυτόχρονα και το μένος των πολιτών. Οι οποίοι προσφάτως έχουν εκλέξει τον αδιάφθορο εισαγγελέα Harvey Dent που συγκεντρώνει όλες τις ελπίδες για διέξοδο από αυτή τη νοσηρή κατάσταση. Όμως και ο ίδιος ο εισαγγελέας θα υποστεί το πλήρωμα του χρόνου και θα γίνει δέκτης της ηθικής παρακμής της πόλης, αφήνοντας τις ελπίδες σωτηρίας του λαού μετέωρες.


Batman: Ένας πραγματικός υπερήρωας ή τα εύγλωττα λάφυρα μιας αναίτιας παιδικής δοξολογίας (όπως μαρτυρά η τελευταία σκηνή); Ο Nolan ευθύς εξ' αρχής θα κυριευθεί από μια εύστοχη και ρεαλιστική διάθεση απομυθοποίησης του αγαπημένου υπερήρωα. Και θα θέσει το κοινό σε έναν ανεξάντλητο και εποικοδομητικό προβληματισμό. Άραγε είναι η Gotham City που έχει ανάγκη τον ήρωα ή είναι ο ίδιος ο Bruce Wayne που έχει ανάγκη ένα κυριαρχικό alter ego; Γιατί η δράση του είναι αυτόδικη και περιθάλπεται από μια αναίτια μυστικότητα; Πώς μπορείς να γίνεις ο ήρωας της πόλης όταν δεν έχεις έναν αληθινό διάλογο με τους πολίτες; Και ποιά δράση μπορεί να είναι σωτήρια όταν διακατέχεται από έναν φιλάρεσκο παρταλισμό; Έτσι ο σκηνοθέτης, χωρίς ωστόσο να αμφισβητήσει τις ικανότητες και την θέληση του υπερήρωα για το καλό, θα ασκήσει μια σφιχτή κριτική και θα απομυθοποιήσει το "Θεϊκό" του άνθρωπου-νυχτερίδα.


Και αφού ο Nolan έχει καταφέρει να "μουτζουρώσει" τον υπερήρωα, δε θα του είναι καθόλου δύσκολο να αφιερώσει την ταινία του σε μια ανθρωποκεντρική ανάλυση της κοινωνίας και των διάφορων πολιτικών επιλογών. Και αφού ο αυταρχικός Batman έχει μπει στο στόχαστρο, σειρά παίρνει ο αδιάφθορος Harvey Dent που αποτελεί έναν γενικευμένο συμβολισμό της αντιπροσωπευόμενης δημοκρατίας. Μιας εξιδανικευμένης αντιπροσωπευόμενης δημοκρατίας, καθώς ο σεβαστός Harvey Dent έχει καταφέρει να εξυγιάνει σχεδόν όλα τα εξουσιαστικά γρανάζια της κοινωνίας και να ωθήσει την πόλη προς καλύτερες μέρες. Όμως αυτή η ιδανική κατάσταση είναι αδύνατο να μακροημερεύσει. Το σενάριο των αδερφών Nolan χρεώνει στους πολίτες την απάθεια και τον αυτοπεριορισμό τους, καθώς αφήνουν εξ' ολοκλήρου τη μοίρα τους σε εκλεγμένους αντιπροσώπους. Και το Dark Knight με μια πολυσυζητημένη σκηνή, αυτή των πλοίων, θα καταδείξει πως το ευνοϊκότερο αύριο είναι υπόθεση όλων.


Όμως το πιο γερό χαρτί του film είναι ο Joker. Το πιο σκοτεινό σύμβολο, ένας προσωποποιημένος εφιάλτης. Ο Joker που εδώ απαλλάσσεται της καρτουνίστικης διάθεσης των λοιπών ταινιών, θα ενσαρκώσει μια χαοτικά άναρχη φιγούρα. Μια φρικτή φυσιογνωμία που διασκεδάζει με τον ηθικό ξεπεσμό της πόλης. Μια φιγούρα μοναχική και παντελώς ανεξάρτητη. Ένας θνητός διάβολος, που έχει βαλθεί να επιβεβαιώσει τους μισάνθρωπους στοχασμούς του και να εξωτερικεύσει την μιζέρια και την διαφθορά που έχει ριζώσει και προϋπάρχει στα έγκατα του Gotham City.


Έχω ξαναπεί πως ο Christopher Nolan, εκτός από σπουδαίος σκηνοθέτης, είναι και τυχερός που καταφέρνει να συνεργάζεται με ένα τόσο ηχηρό cast. Τα ονόματα που δεσπόζουν εδώ στις πρώτες θέσεις είναι οι Christian Bale, Heath Ledger, Aaron Eckhart, Michael Caine, Morgan Freeman. Συγκεκριμένα, ο Heath Ledger παραδίδει μια ανυπέρβλητη ερμηνεία στον ρόλο του Joker. Καταφέρνει να εκτοπίσει από την άκρη του μυαλού μας την κλασσικότατη ερμηνεία του Jack Nicholson και να δώσει ένα ουσιαστικότερο περιεχόμενο στον χαρακτήρα. Μια αναρχική και χαοτική φιγούρα που αναπαράγει τα πιο βαθιά σκοτάδια από τους μεγαλύτερους μας εφιάλτες. Δεν έχει ανάγκη κανένα παρελθόν για να τεκμηριωθεί, καθώς χτίζει έναν παράδοξο αλλά και πλήρως ολοκληρωμένο χαρακτήρα. Και με λύπη δηλώνω, πως εδώ συνειδητοποίησα το πραγματικό κόστος του πρόωρου χαμού αυτού του σπουδαίου ηθοποιού. Ο Christian Bale θα καταφέρει να ενσαρκώσει τον πιο προσιτό Batman που είδαμε ποτέ. Πρώτα απ' όλα έναν ήρωα ανθρώπινο, που βασανίζεται από τον διχασμό της ταυτότητας του. Αλλά το κυριότερο έναν χαρακτήρα απαλλαγμένο από της υπερηρωικές καταβολές του μύθου. Απ' την άλλη, ο Aaron Eckhart μοιάζει ο πιο αδύναμος στον ρόλο του Harvey Dent, έναν ρόλο αν μη τι άλλο άκρως σημαντικό, καθώς περιέχει τις ηχηρότερες μεταστροφές και μια ευρεία γκάμα πολιτικών αναφορών. Τέλος, οι συμπαθείς φιγούρες των Morgan Freeman, Michael Caine σε περιορισμένους δεύτερους ρόλους επιτυγχάνουν να απαλύνουν τις ασφυκτικά σκούρες αποχρώσεις της ταινίας.


Όσον αφορά τη σκηνοθεσία, ο Nolan θα μας ξαφνιάσει ευχάριστα με μια οικονομική οπτική στο μύθο, κάτι που κάνει αυτά τα 152 λεπτά εξαιρετικά συμπαγή. Ως θεατές θα χαθούμε για άλλη μια φορά στους οξυδερκείς ελιγμούς του φίλου των plot twist σκηνοθέτη και το απύθμενο μαύρο θα στοιχειώσει τους φόβους μας. Παρά την τολμηρά πρωτότυπη μορφή όμως, το Dark Knight συλλαμβάνεται ορισμένες φορές δέσμιο της υπάρχουσας blockbuster φιλοσοφίας-πραγματικότητας, με αποκορύφωμα αυτών την υπερβολική του έξοδο (μια εμφανή πάσα για το σήκουελ που θα ακολουθήσει). Γεγονός που του στερεί μιας ακόμα πιο τολμηρής προσέγγισης-ανασχηματισμού του μύθου.


Βαθμολογία: 8/10


Trailer

Tuesday, August 05, 2008

Bananas (Μπανάνες)

kioy posted:


Σκηνοθεσία: Woody Allen
Παραγωγής: Usa / 1971
Διάρκεια: 82'




Από τις πρώτες ταινίες του δαιμόνιου Woody Allen ετούτη εδώ. Μια ανεξέλεγκτη πολιτική και κοινωνική σάτιρα στο πιο "βέβηλο" ύφος του σπουδαίου κωμικού. Πως να μην την λατρέψουμε;

Παρακολουθώντας τον κεντρικό ήρωα, που υποδύεται ο απίστευτος Woody Allen, παρακολουθούμε μια ξεκαρδιστική σάτιρα πραγματικά ποικίλης ύλης. Τα ανύπαρκτα όρια μεταξύ δικτατορίας και δημοκρατίας, φασισμού και κομουνισμού, καθώς οι άνθρωποι έχουν πάντοτε τις ίδιες αρπακτικές βλέψεις για εξουσία. Η περιγραφή μιας βιομηχανικής επανάστασης των υλικών αγαθών που λανσάρει και πλασάρει οποιοδήποτε τραγελαφικό και άχρηστο προϊόν. Οι άνθρωποι αδύναμοι και ασθενείς που υπόκεινται σε οποιαδήποτε ταπείνωση χρυσώνοντας τα πάθη τους. Η εμπορευματοποίηση της εκκλησίας. Η αερολογία των ηδονιζόμενων ΜΜΕ που ανεξέλεγκτα χώνονται παντού. Οι φαιδρές φαντασιώσεις. Όλα αυτά είναι μόνο λίγα απ' τα κακώς κείμενα της ανθρωπότητας που θίγονται εδώ.


Αυτήν την ποικιλόμορφη σάτιρα, λοιπόν, θα υλοποιήσει ο Woody Allen παρουσιάζοντας την προσωπική οδύσσεια του κεντρικού ήρωα Fielding Mellish, ενός Αμερικάνου μικροαστού που, για τα μάτια μιας όμορφης ακτιβίστριας, διατίθεται να αλλάζει ταυτότητες σαν τον χαμαιλέοντα. Όταν η σχέση τους πέφτει σε τέλμα, ο Fielding μετακομίζει στο δικτατορικό Σαν Μάρκος, αγαπημένο τόπο της ακτιβίστριας πρώην πλέον φίλης του. Εκεί, έπειτα από ποικίλες ξεκαρδιστικές περιπέτειες στέφεται πρόεδρος της αντιεξουσιαστικής κίνησης, η οποία όμως αποκτά την εξουσία! Ω, αντίφαση! Ο Fielding, ως πρόεδρος του Σαν Μάρκος πλέον, γυρνάει στην Αμερική για διάφορες οικονομικές διαπραγματεύσεις. Μόνο που η διπλή ταυτότητα του τον βάζει στο στόχαστρο της Αμερικανικής παντοκρατορίας που ελέγχει όλο τον κόσμο. Παρ' όλα αυτά, ο ήρωας στην επιστροφή του θα κερδίσει την αγάπη της καλής του, η οποία σαγηνεύεται από τον πολιτικό ακτιβισμό του. Η σχέση τους θα επισφραγιστεί από έναν ερωτικό γύρο... πυγμαχίας, που μεταδίδεται πανεθνικά από τους παρουσιαστές-γελοτοποιούς των ΜΜΕ της χώρας.


Ο Woody Allen εδώ εμφανίζεται πιο ασυγκράτητος από ποτέ. Τόσο δημιουργικά όσο και ερμηνευτικά. Πολύ γρήγορα ημιαυτόνομα επεισόδια και αστραπιαίως εναλλασσόμενα κωμικά σκετσάκια μυούν τον θεατή σε έναν ιδιόρρυθμα κωμικό κόσμο. Η άμεση σχέση που επιτυγχάνει με το κοινό είναι η σχέση που θα επιτύγχανε ένα "κινηματογραφικό θέατρο δρόμου". Οι επιρροές απ' τον βουβό κινηματογράφο είναι εμφανείς, ενώ το βέβηλο ύφος μας παραπέμπει στο μπουρλέσκ. Οι ερμηνείες σίγουρα θα ασφυκτιούσαν στα στενά καλούπια του όποιου σεναρίου, για το λόγο αυτό απελευθερώνονται μέσω ενός δημιουργικότατου αυτοσχεδιασμού. Άλλωστε ο αυτοσχεδιασμός είναι αναπόσπαστο κομμάτι στην συνολική πορεία του μεγάλου Νεοϋορκέζου σκηνοθέτη.


Το Bananas είναι μια πολύ ευχάριστη ταινία που μέσα από την απροκάλυπτη σάτιρα καταφέρνει τόσο τον προβληματισμό όσο και το ανεξέλεγκτο γέλιο. Παρά τις όποιες συγχωρήσιμες αρρυθμίες και επιπολαιότητες, είναι η ιδανική ευκαιρία να εξερευνήσετε τα πρώτα σκηνοθετικά βήματα του Woody Allen.


Βαθμολογία: 7,5/10


"Bananas" subway scene




s_dany added:

Original trailer

Sunday, August 03, 2008

Plein Soleil (Γυμνοί στον Ήλιο)


Σκηνοθεσία: René Clément
Παραγωγής: France / Italy / 1960
Διάρκεια: 112'




Ο χορός των επανεκδόσεων καλά κρατεί, και τα ευάερα θερινά cinema φαντάζουν ως ιδανική λύση στο πρόβλημα του αστικού Καλοκαιριού. Μόνο που το Plein soleil, στα ελληνικά "Γυμνοί στον Ήλιο", έρχεται να ανεβάσει κι άλλο τις θερμοκρασίες με τις ημίγυμνες φιγούρες και την ηλιόλουστη φωτογραφία να παρελαύνουν στο κινηματογραφικό πανί!

Η ταινία αποτελεί την πρώτη κινηματογραφική μεταφορά της νουβέλας "The Talented Mr Ripley/Monsieur Ripley" της Patricia Highsmith. Όπου, πλούσιος Αμερικάνος πατέρας που επιθυμεί να επαναπτρίσει τον υιό του, στέλνει τον τυχοδιώκτη Tom Ripley (Alain Delon) στην Μεσογειακή Ιταλία όπου διαμένει ο επίσης πλούσιος και καλομαθημένος υιός. Ο Tom Ripley αγανακτά καθώς διαπιστώνει την άρνηση του τελευταίου να επιστρέψει στην Αμερική. Και έτσι κρυφοκοιτάζοντας στην πλούσια ζωή του, σχεδιάζει να τον δολοφονήσει.


Ο Rene Clement θα δώσει μια ενδιαφέρουσα προοπτική στην ταινία. Γυρίζει το μεγαλύτερο μέρος της στο μεσογειακό γαλάζιο που σε συνδυασμό με τις ημίγυμνες καλλίγραμμες κορμοστασιές του πρωταγωνιστικού τρίου (Alain Delon, Maurice Ronet, Marie Laforêt) υποκρύπτουν έναν ασφυκτικό ερωτισμό. Ακόμα, οι γνώριμες διαπεραστικές ματιές-στιλέτο του Alain Delon σε συνδυασμό με την γοητευτική παρουσία της Marie Laforêt στο ρόλο του αδύναμου θηλυκού, συνυπογράφουν προς αυτή την κατεύθυνση. Ένας μυστήριος κόσμος γεννιέται, στα σκαλοπάτια του οποίου η ανάβαση είναι εφικτή μόνο όσο οι ηθικοί περιορισμοί εξαλείφονται.


Σε αυτόν λοιπόν τον άνευ ηθικής κόσμο φιλοδοξεί να βασιλεύσει ο Tom Ripley. Που με κεντρικό άξονα τις δεινές πλαστογραφικές του ικανότητες αποκτά πρόσβαση στα χρήματα αλλά και στις ζωές των άλλων! Όμως είναι το χρήμα το ποθητό και η επεξήγηση της συμπεριφοράς του; Μάλλον όχι. Οι πράξεις του είναι απλά ένας αγώνας αναζήτησης ταυτότητας. Μια σφοδρή ανταγωνιστικότητα, μια διάχυτη παιδικότητα και μια επίπονη μοναξιά παλεύουν για μια θέση στο λευκό χαρτί που λέγεται Tom Ripley. Άλλωστε αυτή η έκφυλη έλλειψη ταυτότητας-προσωπικότητας είναι που του επέτρεψαν την ταχύτατη ανάβαση στον κόσμο των πλουσίων. Μόνο που τα κατά σειρά ποινικά ατοπήματα στενεύουν όλα τα περάσματα. Η διαφυγή μοιάζει αναπόφευκτη, όπως θα δηλώσει και ο Rene Clement στο απρόσμενα και αδικαιολόγητα φτηνό δραματουργικά φινάλε του.


Αισθητικά μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος που κινηματογραφεί ο Γάλλος σκηνοθέτης. Η ταινία ξεδιπλώνεται σαν ένα κολάζ από ευδιάκριτες σεκάνς οι οποίες στην πλειοψηφία τους διαχωρίζονται μεταξύ τους με την χρήση fade out. Τα γκρο πλαν στις "καυτές" εκφράσεις των ηρώων πληθαίνουν. Οι ήρωες μονοπωλούν και την επιμέλεια του σκηνοθέτη πλάθοντας μια στιβαρή ιστορία χαρακτήρων, που έχει ωστόσο ως έμμεση συνέπεια τον ελαφρύ παραγκωνισμό αναφορών στο κοινωνικό περιβάλλον. Η φωτεινή φωτογραφία συντροφεύει καθολικά την ταινία, ενώ τέλος ο Nino Rota βρίσκει μελωδίες για τα συναισθήματα μας, υπογράφοντας ένα εκπληκτικό soundtrack.


Σε κάποιους από εσάς, που σας αρέσουν οι συγκρίσεις, και θα θέλατε να το ζυγίσετε με το "The Talented Mr. Ripley", την ύστερη μεταφορά του Minghella, αδυνατώ να δώσω απαντήσεις. Γιατί κατά τη γνώμη μου πρόκειται για δυο εντελώς διαφορετικές ταινίες, και αυτό ασφαλώς είναι προς τιμήν του remake. Ο Anthony Minghella έπλασε με διαφορετικό τρόπο τους ήρωες, και με "εμμονή" στη λεπτομέρεια έθεσε σε άλλη βάση και εκσυγχρόνισε τον μύθο. Σαν τελικό συμπέρασμα πρόκειται για δυο διαφορετικές ταινίες, τόσο ως προς το ύφος τους αλλά και στη θεματική τους, και φοβάμαι πως θα αδικήσετε είτε τη μία είτε την άλλη αν κατά την παρακολούθηση τους έχετε την έτερη στο μυαλό σας.

Βαθμολογία: 7/10


Slide show (main theme by Nino Rota)

Friday, August 01, 2008

Michael Clayton


Σκηνοθεσία: Tony Gilroy
Παραγωγής: USA / 2007
Διάρκεια: 119'




Πολύς λόγος έγινε το χειμώνα που μας πέρασε για την ταινία του σεναριογράφου και πρωτάρη στα σκηνοθετικά χωράφια Tony Gilroy. Επί της ουσίας πρόκειται για μια ταινία καταγγελίας του άνευ φραγμών κερδοσκοπικού επιχειρηματικού κόσμου, ιδωμένη απ' τα μάτια του κεντρικού ήρωα του τίτλου.

Ποιος είναι όμως ο Michael Clayton (George Clooney); Είναι ένας δικηγόρος που εργάζεται για πολυεθνική δικηγορική εταιρεία. Ωστόσο, για τους σκοπούς της εταιρείας έχει απαλλαχθεί απ' την τυπικότητα του επαγγέλματος και εργάζεται παρασκηνιακά ανάλογα με τις ανάγκες κάθε δίκης. Μέσω αυτής της ιδιότυπης θέσης, εμείς ως θεατές θα περιηγηθούμε στον υπόγειο κόσμο των επιχειρήσεων τις οποίες εκπροσωπεί η δικηγορική καμπάνια. Έναν κόσμο γεμάτο πλεκτάνες, ίντριγκες και δολοπλοκίες για χάρη του χρήματος, μέσα στον οποίο ο Michael Clayton λειτουργεί ως ενδιάμεσος διεκπεραιωτής. Σύντομα όμως θα γίνει ηθικός συμπαραστάτης του θεατή, χάρης μιας εκβιαστικής μεταστροφής του ήρωα που "επιτυγχάνει" το σενάριο.


Το Michael Clayton εκ πρώτης όψης βαδίζει στα χνάρια ενός άλλου "Insider". Στο συμπέρασμα αυτό μας οδηγεί τόσο ο καταγγελτικός του τόνος, η μουντή φωτογραφία στα πλαίσια του απρόσωπου επαγγελματικού κόσμου, η στιβαρή επιμέλεια της σκηνοθεσίας, η πυκνή γραφή του σεναρίου και η ελλειπτική αφήγηση της ιστορίας. Ωστόσο εν συνεχεία δυσκολεύεται να προσανατολιστεί σε μια βαθύτερη δήλωση. Ο George Clooney, παρά την πληθώρα των γλυκερών υποκειμενικών κάδρων, δεν μπορεί να σκορπίσει το ρίγος της παρουσίας του Al Pacino του Insider. Όχι μόνο ως ερμηνεία, αλλά κυρίως ως ρόλος. Ενώ ακόμα, η εμμονή της αφήγησης και της δραματουργίας να υλοποιηθεί με αποκλειστικό σημείο αναφοράς τον κεντρικό ήρωα οδηγεί σε κάποιες αναπόφευκτες απλουστεύσεις.

Το αρχικό ύφος της ταινίας εγκαταλείπεται για χάρη ενός ηθικού εμπλουτισμού του ήρωα Michael Clayton. Τέτοιου που θα επιτρέψει στον θεατή να ταυτιστεί μαζί του και να τον οδηγήσει σε ένα αχρείαστο, κατά την άποψη μου, happy end. Έτσι, στο ευρύτερο απλουστευτικό κλίμα παραγκωνίζεται η καταγγελτική υφή της ταινίας, ενώ και το γενικότερο πολιτικό σχόλιο στέκει εξαιρετικά ανολοκλήρωτο. Αρνητική εντύπωση ακόμα προκαλεί και η χρήση "σκηνών-σοφισμάτων" που επιστρατεύονται για τη λύση του μύθου και την έξοδο της ταινίας απ' τα σεναριακά αδιέξοδα στα οποία έχει περιέλθει.


Πάντως παρά τα όσα αρνητικά αναφέρω, η ταινία έχει μια καταπληκτική πρώτη ώρα, με αποκορύφωμα την αποδόμηση του επιχειρηματικού κόσμου. Ενός κόσμου που καταφέρνει να διαμορφώνει την δομή ολόκληρου του κοινωνικού status quo χάρη στη σχέση που αναπτύσσει με το κεφάλαιο. Η μουντή φωτογραφία αποτυπώνει κάλλιστα τη μιασματική και δολοπλόκα πραγματικότητα των επιχειρήσεων, ενώ η σκηνοθεσία εφάπτεται αριστουργηματικά της θεματικής της. Τέλος, στα θετικά περιλαμβάνεται το αποτέλεσμα που επιτυγχάνει το cast (George Clooney, Tom Wilkinson, Sydney Pollack, Tilda Swinton) ως καρπός ομαδικής συνεργασίας.


Έτσι, η προσωπική μου άποψη είναι πως πρόκειται για μια ταινία που αδυνατεί στο να βρει ισορροπία, εξαιτίας και της εμπορικότητας που επιδιώκει. Ενώ αξιοπρόσεκτο είναι πως ο σεναριογράφος Tony Gilroy στέκεται καλύτερα στο σκηνοθετικό απ' το οικείο προς αυτόν σεναριακό κομμάτι.


Βαθμολογία: 6/10


Trailer
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...